Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Επιζήσαντες: Το τραύμα του πολέμου και οι δρόμοι της λογοτεχνίας στην Κυρία Νταλλογουέη της Βιρτζίνιας Γουλφ









Κλαρίσα… Μπλουμ

Μια μέρα, στα μέσα του Ιουνίου του 1923, με τον ίδιο τρόπο που ο Τζέημς Τζόυς περιγράφει τις περιπλανήσεις του ήρωά του, Λεοπόλδου Μπλουμ στο Δουβλίνο,  στον Οδυσσέα,  στις 16 Ιουνίου 1904 και  που μετέπειτα ονομάστηκε ημέρα του Μπλουμ,  η Βιρτζίνια Γουλφ αναθέτει στη δική της ηρωίδα, την Κλαρίσα Νταλλογουέη, να περιπλανηθεί στο Λονδίνο με σκοπό να φροντίσει τις ετοιμασίες του πάρτυ που οργανώνει για το βράδυ. Τα κοντινά της πρόσωπα, ο σύζυγός της, η κόρη της Ελίζαμπεθ, ο παλιός αγαπημένος της Πήτερ Γουώλς που κατά σύμπτωση την επισκέπτεται από την Ινδία εκείνη τη μέρα, και χιλιάδες πρόσωπα, περαστικοί, καταστηματάρχες του Λονδίνου, μικρές λεπτομέρειες σκηνές στους δρόμους, ήχοι, ο καιρός, τα λουλούδια, ο κρότος από την εξάτμιση ενός αυτοκινήτου αποτελούν τον καμβά πάνω στον οποίο συμπλέκεται το νήμα της αφήγησης και είναι μικροί πυρήνες συμπύκνωσης αισθημάτων, συνειρμών, αναμνήσεων. Τι είχε συμβεί τριάντα χρόνια πριν στη ζωή της ηρωίδας;  Μικρές λεπτομέρειες, ασήμαντες σε βαθμό υπέρτατης λεπταισθησίας και στο βάθος η σκιά του  Α΄  Παγκοσμίου πολέμου, με τις χήρες που άφησε πίσω του, τις μανάδες που έχασαν παιδιά, τους νεκρούς αλλά και αυτούς που επέστρεψαν ψυχικά τραυματισμένοι ανεπανόρθωτα, όπως ο Σέπτιμους  Γουόρεν Σμιθ, ένας χαρακτήρας  στον αντίποδα της Κλαρίσας, ο οποίος  διατρέχει μια ασύμπτωτη πορεία προς το θάνατο, την αυτοκτονία. Συγκλονισμένος  από το θάνατο του καλύτερού του φίλου στα χαρακώματα,  ο Σέπτιμους ζει ακόμα στο πεδίο της μάχης (ωστόσο και η Κλαρίσα θυμάται  διαρκώς σκηνές από το παρελθόν της). Η συνείδηση του  Σέπτιμους ακολουθεί  μιαν άλλη οπτική,  αυτήν της τρέλας, που όπως έγραψε η Βιρτζίνια Γουλφ στο ημερολόγιό της για την Κυρία Νταλλογουέη,   αντιδιαστέλλεται με αυτήν της Κλαρίσας μια και η συγγραφέας επιθυμεί να γράψει για το πώς βλέπει κανείς των κόσμο από την πλευρά των ψυχικά υγιών και αυτήν των ψυχικά διαταραγμένων. Είναι η σκιά της μεγάλης ιστορίας, ο πόλεμος, που πέφτει αμείλικτη στην μικρή και ασήμαντη ζωή των ανθρώπων. Η ψυχική διαταραχή του Σέπτιμους, το τραύμα του από το σοκ του πολέμου, η αλλοίωση της συνείδησης, η διαφορετική του αίσθηση  του βιωμένου χρόνου, η αδυναμία του να επικοινωνήσει τις εμπειρίες του, οι παραισθήσεις του, η αδυναμία του να νοιώσει συναισθήματα,  η ξενότητα απέναντι στον κόσμο – απέναντι στην λεπτομερή, λεπταίσθητη προσήλωση της Κλαρίσας στα αισθήματά της και τις αναμνήσεις της, στις βαρετές  λεπτομέρειες μιας κοινωνικής εκδήλωσης. Καθρέφτης ο ένας του άλλου, δεν συναντώνται ποτέ στο διήγημα. Η είδηση του θανάτου του, σκάει σαν βόμβα στο πάρτυ της, ο θάνατος που την φέρνει αντιμέτωπη με την τραυματική πρόσληψη της ίδιας της της ζωής. Μια ματαίωση, μια δυσανεξία, μια αδυναμία να αντιμετωπίσει τα παρόντα.



Το τραύμα του πολέμου

Με το τέλος του πολέμου, διαβάζουμε στα ιστορικά χρονικά, ο Βρετανικός στρατός είχε να αντιμετωπίσει 80. 000 περιπτώσεις διαταραχής μετατραυματικού στρες – shell shock – σύμφωνα με την ευρέως διαδεδομένη ονομασία αυτού του «τραύματος» που έστελνε μαζικά τους στρατιώτες στα θεραπευτήρια. Ανάμεσά τους εθνικούς  ήρωες – ποιητές όπως ο Ζήγκφριντ Σασσούν, ο Όουεν. Πώς να περιγράψουν οι φαντάροι στους δικούς τους την ταπείνωση που ένιωθαν όταν βρίσκονταν στο νοσοκομείο – η εξήγηση που έσωζε τα προσχήματα ήταν οι κρυφές εγκεφαλικές αιμορραγίες, εσωτερικές ουλές και τραύματα  λόγω του σοκ  από τις εκρήξεις των οβίδων. Πώς να μιληθούν οι  ακατονόμαστες σκηνές που είδαν, οι αδιανόητες πράξεις που είχαν εντολές να εκτελέσουν και σιγά σιγά βγαίνουν στην επιφάνεια -  σε επιστολές με  μαρτυρίες, ποιήματα… Το σύνηθες όμως ήταν η αποσιώπηση.
Το τραύμα του πολέμου, η διαταραχή που έστειλε δεκάδες χιλιάδες φαντάρους μακριά από την πρώτη γραμμή, με σαφώς ορισμένα συμπτώματα – διάρροια, άγχος, υστερικά τικ… Οι φαντάροι που είχαν κατακρεουργήσει τον εχθρό στο πρόσωπο με τη ξιφολόγχη, ανέπτυσσαν οι ίδιοι υστερικές γκριμάτσες στο πρόσωπο που το έκαναν να μοιάζει με μάσκα. Αυτοί που είχαν μαχαιρώσει τον εχθρό στην κοιλιά πάθαιναν φριχτές στομαχικές κράμπες. Οι ιχνηλάτες έχαναν την όρασή τους. Εφιαλτικές εικόνες, παραισθήσεις. Διαταραχή της αίσθησης του χρόνου. Το πεδίο της μάχης ωσεί παρόν. Μια διαταραχή που πέρασαν πενήντα χρόνια για να χαρακτηριστεί ψυχική και που τα συμπτώματά της έσπευσε αυθορμήτως να οικειωθεί η μοντερνιστική λογοτεχνία, η λογοτεχνία του τραύματος. Τους «εδόθη μορφή και αναπαράσταση» διαβάζουμε στο δοκίμιο της Karen DeMeester μια από τις μελέτες για τους νέους τρόπους της αφήγησης, τον κατακερματισμό του χρόνου, την παράλληλη αίσθηση του χώρου στη μοντερνιστική λογοτεχνία ως επακόλουθο του «τραύματος».


Κατά την διάρκεια της νοσηλείας του στο Κλεγκλόχαρτ, ο Ζήγκφριντ Σασσούν περιγράφει τα συμπτώματα στο ποίημα Επιζήσαντες:

Σίγουρα θα γίνουν γρήγορα καλά. Η ένταση, το σοκ
Προκάλεσαν το τραύλισμά τους, την φευγάτη τους μιλιά
Σίγουρα «δεν βλέπουν την ώρα να πάνε έξω πάλι»
Αυτά τα αγόρια, με τα γέρικα φοβισμένα  πρόσωπα, μαθαίνουν να περπατούν
Σύντομα θα ξεχάσουν τις στοιχειωμένες τους νύχτες την τρομοκρατημένη υποταγή στις επισκέψεις των φαντασμάτων  των φίλων που έχουν πεθάνει
Τα όνειρα τους που στάζουν φόνο. Και θα είναι περήφανοι
Για το δοξασμένο πόλεμο που κομμάτιασε την περηφάνια τους
Άνδρες που πήγαν να πολεμήσουν φοβεροί και χαρούμενοι
Παιδιά με μάτια που σε μισούν, σπασμένοι και τρελοί
 (Mετάφραση Π. Χ)




Η Κλαρίσα – ο Σέπτιμους – η Βιρτζίνια

Στίχοι και αράδες συγγραφέων και ποιητών που τους άγγιξε στην πλάτη – όπως ο Απόλλων είχε αγγίξει την πλάτη του Πατρόκλου στην Ιλιάδα – το παγερό χέρι του πολέμου. Ποιήματα των χαρακωμάτων, του θανάτου, αλληγορίες, μακάβριοι στίχοι που μιλούν για τα θύματα της μοίρας. Τα θύματα του τραύματος.

Κάπως έτσι, θύμα και έρμαιο της μοίρας είναι ο Σέπτιμους Γουώρεν Σμιθ, ο στρατιώτης, ο βετεράνος, ο ήρωας,  που η ιστορία του εξελίσσεται παράλληλα με αυτήν της Κλαρίσα.

Ενδιαφέρει πολύ  η μορφή του γιατί η Βιρτζίνια τον επιλέγει να είναι το διπλό της για να εκφράσει τα δικά της τραύματα.  Η λογοτεχνία του τραύματος δίνει τον τρόπο, να εκφραστούν οι ανεξαργύρωτοι λογαριασμοί της δυσανεξίας του σώματος, του φύλου, της σεξουαλικής κακοποίησης, της σπουδής του θανάτου. Οι λογοτεχνία τους έχει υπό την σκέπην της.  Εκείνη να ετοιμάζει το πάρτι της για το βράδυ, να προβληματίζεται για όλη τη ζωή της, το χαμένο έρωτα για τον Πήτερ Γουώλς ή τη Σάλλυ Σέτον,  να σκέπτεται τον θάνατό της,  την οριστική  διάλυση του σώματος και  της ύπαρξης… Εκείνος να περιφέρει την ύπαρξή του στο Λονδίνο, να αντιμετωπίζει τη νέκρωση από κάθε συναίσθημα, να στοιχειώνεται από σκηνές του πολέμου και το φάντασμα του σκοτωμένου πολυαγαπημένου του φίλου, να αντιμετωπίζει την σκληρότητα των γιατρών. Τον εγκλεισμό. Τον αποκλεισμό από ερεθίσματα, την αναγκαστική ανάπαυση σε ένα ίδρυμα ζωντανών – νεκρών. Θέματα που είχε αντιμετωπίσει η ίδια η Βιρτζίνια Γ.  Οι παράλληλες ιστορίες τους μπλέκονται ώσπου η Κλαρίσα μαθαίνει την οριστική του έξοδο, την αυτοκτονία. Αυτό που και  εκείνη, ως Βιρτζίνια θα επιχειρήσει τελικά. 


Η  Βιρτζίνια – Σέπτιμους   αποκαλύπτει εικόνες από τις κρίσεις του τρελού. Τις παραισθήσεις του. Τον σκύλο που βλέπει με κεφάλι ανθρώπου, τις φωνές των νεκρών που ακούει από τους τοίχους, τις φωνές που η ίδια δεν μπορούσε να κάνει να σωπάσουν στο κεφάλι της…  Η Βιρτζίνια – Σέπτιμους γράφει στο ημερολόγιό της για τα πουλάκια του κήπου της που μιλούν αρχαία ελληνικά. Εκείνη τα άκουγε ήδη στα 1904 από το παράθυρο του δωματίου της. Έτσι γράφει στο ημερολόγιό της.  Ο  Σέπτιμους τα ακούει εν έτει 1923. Εν κατακλείδι η σχέση μεταξύ τους είναι πολύ βαθύτερη. Είναι η διπολική νόσος που οι κρίσεις της βασανίζουν και τους  δύο.  Είναι που τα πρόσωπά τους μοιάζουν και των δυο με πρόσωπα πουλιού. Είναι που ακούν τον ψίθυρο της γλώσσας που μιλούσαν πριν τρεις χιλιάδες χρόνια. Η γλώσσα των πουλιών, η νεκρή γλώσσα του επέκεινα, η αρχαία απρόσιτη γλώσσα της σοφίας τη στιγμή της παραίσθησης, πέραν από τις συμβολικές της τόσο σημαίνουσες νοηματοδοτήσεις, συνδέει ως  κοινή εμπειρία την συγγραφέα  Βιρτζίνια και τον  χαρακτήρα Σέπτιμους. Κοινό χάρισμα της τρέλας, του τραύματος,   υποδόριος δεσμός… 


Η Κλαρίσα είναι ο Σέπτιμους, η Βιρτζίνια είναι ο Σέπτιμους, η Βιρτζίνια είναι και  η Κλαρίσα  - σωστά υποθέσαμε αυτό το υποθέτουμε από την αρχή.
Και οι τρόποι της λογοτεχνίας για να βγει στην επιφάνεια το τραύμα, να δώσει εξηγήσεις, να του δοθεί νόημα, τόσο μα τόσο δύσκολα αυτό συμβαίνει, να κατακερματιστεί η αφήγηση, ο χρόνος ο τόπος,  να βρουν τρόπους διαφυγής οι έγκλειστοι στον χρόνο  Σέπτιμους, και Βιρτζίνια. Να επέλθει – ίσως και  όχι – θεραπεία…


Πόλυ Χατζημανωλάκη

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό το Δέντρο,

«1914. Οι συγγραφείς και ο πόλεμος».
Τεύχος Νο 199-200. Αθήνα, Ιούλιος 2014.

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Antonsday – κατά Sebald, across the land and water

16 Ioυνίου 1904 είναι η μέρα της περιπλάνησης του Λεοπόλδου Μπλουμ στο Δουβλίνο στον Οδυσσέα του Τζέημς Τζόυς. Μια μέρα που σε μικρογραφία αποτελεί μια Οδύσσεα αφ΄ εαυτής. Δεν μπορεί να μου βγει από μυαλό ότι αυτό έχει στο νου του ο W. G.Sebald όταν ονομάζει ένα από τα ποιήματα που περιέχονται στον τόμο –Αcross the Land and the water, selected poems (1964  - 2001) και που βρίσκεται στα χέρια μου - με το όνομα μιας τόσο κοντινής ημερομηνίας την ημέρα της άφιξης του Αντον Πάβλοβιτς Τσέχωφ στο θέρετρο του Μπάντενβάιλερ. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του μέχρι τον θάνατό του και την φάρσα της μεταφοράς του σε ένα κατεψυγμένο βαγόνι με στρείδια, διασχίζοντας την ήπειρο. Η ιστορία του θανάτου του Τσέχωφ είναι πολύ γνωστή, όπως και η μεταφορά του με τα στρείδια καθώς και η παρεξήγηση που συνέβη όταν έφτασε το φέρετρο στη Μόσχα μαζί με το φέρετρο ενός στρατηγού από τη Μαντζουρία και οι πενθούντες φίλοι του πήγαν κατά λάθος να υποδεχτούν τον στρατηγό. 




Η έκδοση αυτή των ποιημάτων του
Sebald παρά το ότι είναι συγκεντρωτική δεν περιέχει το «εκ του φυσικού» που από μόνο του έχει εκδοθεί σε βιβλίο –κυκλοφορεί και στα ελληνικά σε μετάφραση Γιάννη Καλλιφατίδη [παραπέμπω για κάποια άλλη φορά στο κείμενό μου επ’αυτού στις Πινακίδες από κερί: W. G Sebald: Συγκροτώντας μια μελλοντική αυτοπροσωπογραφία εκ του φυσικού εδώ: http://waxtablets.blogspot.gr/2015/08/g-w-sebald.html]

Αυτό που μπορώ να πω, επειδή δεν την έχω διαβάσει ακόμα ολόκληρη αυτήν την συγκεντρωτική έκδοση, είναι πως αναγνωρίζει κανείς αναμφίβολα το ύφος το Ζεμπάλντιο, το συστρεφόμενο, όπως διασχίζει τοπία στο χώρο και στο χρόνο σε όλο το έργο του. Την σκόπιμη ασάφεια. Αντί να χρησιμοποιεί εγκιβωτισμένες προτάσεις υποτακτικής σύνταξης το ίδιο αποτέλεσμα επιτυγχάνει με μικρούς κοφτούς στίχους που τους κόβει στη μέση ώστε να μπερδεύεσαι ποιος είπε τι, ο Άουστερλιτς ήταν, ή ο πατέρας του, ή ο αφηγητής που τώρα είπε…

Τον ακούω να μιλά.



Αποφάσισα να μεταφράσω δύο ποιήματα, το «9 Ιουνίου 1904» την αρχή της μικρής Οδύσσειας του Τσέχωφ στο Γερμανικό Θέρετρο στο Μέλανα Δρυμό – Badenweiler -   τόσο οικείο στον Sebald και την επιστροφή του «90 χρόνια μετά», το 1994, ένα ομότιτλο ποίημα, ζευγάρι με το προηγούμενο. Την Οδύσσεια επιστροφή του Άντον στην πατρίδα μετά το θάνατό του στη Γερμανία και την επιστροφή Οδύσσεια του Μαξ στη Γερμανία στα χνάρια του Άντον και του εαυτού του...



Στις 9 Ιουνίου 1904

Σύμφωνα με το Ιουλιανό
ημερολόγιο, στις 22 Ιουνίου
σύμφωνα με το δικό μας,
ο Άντον Πάβλοβιτς και η
Όλγα Λεονάρντοβνα έφτασαν
στις θερμές πηγές του Μπάντενβάιλερ

Η χρέωση είναι 16 μάρκα
για στέγη και τροφή
στη βίλλα Φρεντερίκε
αλλά το πόριτζ από ζεια
και το κρεμώδες κακάο
δεν φέρνουν καμιά βελτίωση.

Υποφέροντας από εμφύσημα
περνά όλη την μέρα
σε μια ξαπλωτή πολυθρόνα
στον κήπο θαυμάζοντας
ξανά και ξανά πόσο παράξενα
ήσυχα είναι στο εσωτερικό.

Όπως προχωρά ο μήνας ο καιρός
είναι ασυνήθιστα ζεστός, ούτε
μια ανάσα αέρα, τα δάση
στους λόφους τελείως ήσυχα,
η μακρινή κοιλάδα του ποταμού
σε μια γαλακτώδη ομίχλη.

Στις 28  η Όλγα ταξιδεύει
στο Φράιμπουργκ ειδικά
 για να αγοράσει ένα ελαφρό φανελένιο
κοστούμι. Την ώρα του Αγγέλου[1]
της επόμενης μέρας
είχε την πρώτη του προσβολή, τη

δεύτερη την επόμενη νύχτα.
Ο ετοιμοθάνατος, ήδη θαμμένος
μέσα στα μαξιλάρια του,
μουρμουρίζει ότι οι Γερμανίδες
έχουν τόσο απαίσιο
γούστο στα ρούχα.

Όπως χαράζει η αυγή
ο γιατρός, τοποθετώντας
πάγο στην καρδιά του
χορηγεί μορφίνη
και ένα ποτήρι σαμπάνια.
Σκεφτόταν την επιστροφή

σπίτι με υπερωκεάνιο της  Αυστριακής Λόυντ
Μέσω Μασσαλίας και Οδησσού. Αντίθετα
τον μετέφεραν σε ένα πράσινο, κατεψυγμένο
βαγόνι  που έγραφε

ΓΙΑ ΣΤΡΕΙΔΙΑ
με μεγάλα γράμματα. Έτσι
είχε εκπέσει ανάμεσα στα νεκρά,
 μαλάκια, συσκευασμένος και αυτός σε ένα κιβώτιο
σιωπηλά κυλώντας
απ΄ άκρη σε άκρη της ήπειρου.

Όταν το πτώμα φτάνει
στο σταθμό Νικολάγεβσκι
 της Μόσχας μια μπάντα
παίζει  ένα τιμητικό κομμάτι
μπροστά στο φέρετρο
του στρατηγού Κέλλερ

που επίσης μόλις είχε φθάσει
από την Μαντζουρία
και οι συγγενείς του ποιητή
και οι φίλοι, ένας μικρός κύκλος
πενθούντων που από μακριά

έμοιαζε με μαύρη βελουδένια κάμπια
απομακρύνθηκαν,  όπως
πολλοί θυμούνται, υπό τους ήχους
ενός αργού εμβατηρίου
στη λάθος κατεύθυνση.


……………………………..


ενενήντα χρόνια μετά

μια Κυριακή από-
γευμα το μήνα
Νοέμβριο οδήγησα
νότια του Φράιμπουργκ
διασχίζοντας τους πρόποδες
του Μέλανος Δρυμού

Όλο και πιο κάτω
προς το Πέρασμα του Μπέλφορτ
χαμηλά ακίνητα σύννεφα
πάνω από το τοπίο
έριχναν βαθιά σκιά
στους αυλακωμενους σχηματισμούς

από αμπέλια στις πλαγιές.
Το Μπαντενβάιλερ μοιαζει
ερημωμένο σαν
μετά από μια τοξική
επιδημία του καλοκαιριού. Σιωπηλά
Αιμορραγούν σε κάθε
σπίτι, φαντάζομαι, και
τώρα ούτε ψυχή
ζώσα γύρω, ακόμα
και το πάρκινγκ
κοντά στις εγκαταστάσεις είναι άδειο.
Μόνο στο δενδροκομείο

κάτω από γιγάντιες
σεκόγιες θα συναντήσω
μια μοναχική κυρία
που μυρίζει πατσουλί
και κρατά ένα λευκό
Πομεράνιαν στα χέρια της

Όπως το σούρουπο
τελειώνει ο ήλιος
βυθίζεται στη δύση
ανάμεσα στα σύννεφα
και  τη γραμμή του ορίζοντα
της οροσειράς των Βόσγεων

Το τελευταίο από   
το φως που ξεθωριάζει πλημμυρίζει
την πεδιάδα του Ρήνου
που λαμπυρίζει και τρεμουλιάζει
σαν το αλάτι στην ακτή
μιας αποξηραμένης λίμνης






[1] 6 το πρωί περίπου. Στην Αγγλική μετάφραση Angelus hour, η ώρα που σύμφωνα με το καθολικό τυπικό εκφωνείται το Angelus Domini nuntiavit Mariæ ("...Άγγελος κυρίου αναγγέλλει στην Μαρία…) 

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Ένα μικρό κέρασμα από την αποψινή παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Κουγιουμτζή «Όλα μπορούν να συμβούν με ένα άγγιγμα» (εκδ. Καστανιώτη) απόψε στο Επί Λέξει


Ένα μικρό κέρασμα από την αποψινή παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Κουγιουμτζή «Όλα μπορούν να συμβούν με ένα άγγιγμα» (εκδ. Καστανιώτη) απόψε στο Επί Λέξει. Δεν είναι φωτό από τους παρόντες, ιερά τέρατα της λογοτεχνίας και της κριτικής (Κική Δημουλά, Ζυράννα Ζατέλη, Μάνος Ελευθερίου, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Μαρία Στασινοπούλου κ. α) που είχαν έρθει για να τιμήσουν την εκ Θεσσαλονίκης σπουδαία συγγραφέα, αλλά η δική της μικρή, αυτοβιογραφική παρέμβαση μετά τις εισηγήσεις των κυρίων Χατζηβασιλείου και Κουρμουλή, ένα σπάνιο ντοκουμέντο, που φωτίζει και κάπως εξηγεί τον «τρόπο» της. Για μένα ήταν απαραίτητη αυτή η παρέμβαση, γιατί δεν μπορούσα να συμφιλιώσω εντός μου την φωτεινή, γλυκειά Μαρία Κουγιουμτζή που είχα γνωρίσει στη Θεσσαλονίκη – μου την είχε συστήσει η Χλόη Κουτσουμπέλη – με την δυστοπική, γκόθικ και σκοτεινή γραφή της. Νομίζω πως μετά από αυτό δεν υπάρχει τίποτα το ασυμβίβαστο. Μόνο μια αρμονία...
Εχω χωρίσει την ομιλία σε τέσσερα μέρη για να ανέβει πιο εύκολα στο διαδίκτυο.

A) Mέρος



Β) Μέρος


Γ) Μέρος



Δ) Μέρος

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

«Το γράμμα σκοτώνει ενώ το πνεύμα ζωοποιεί» ( Β΄προς Κορινθίους) Πού βρίσκεται η βαρβαρότητα «Στη σωφρονιστική αποικία του Κάφκα»;







«Το δέρμα είναι μια επιφάνεια που αναμένει να της εντυπωθεί ο πολιτισμός»
Levi Strauss
                                   

Θυμάμαι την φιγούρα του  καταδίκου, στην συγκλονιστική αρχή των «Μεγάλων προσδοκιών» του Ντίκενς: την συνάντηση στο νεκροταφείο που τρομοκράτησε τον μικρό Πιπ  εκεί που του ζητούσε τροφή και μια λίμα – είχε μόλις δραπετεύσει από ένα κάτεργο/ περιφερόμενο πλοίο/ φυλακή – από αυτά που το Βρετανικό σωφρονιστικό σύστημα είχε εξαπολύσει στις θάλασσες για να αποσυμφορήσουν τις φυλακές από τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό κρατουμένων που συσσώρευαν όχι μόνο οι παραβάσεις και το κοινό έγκλημα, αλλά και  οι αιχμάλωτοι  πολέμου από τις διάφορες συρράξεις στις οποίες είχε εμπλακεί η αυτοκρατορία τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Αργότερα ο Μάγκουιτς, ο περί ου ο λόγος κατάδικος, θα εκτοπιστεί στην Νέα Ουαλία – στο Νότιο Ημισφαίριο όπου θα ασχοληθεί με διάφορες δουλειές – θα εκτοπισθεί σιδηροδέσμιος αλλά από ότι φαίνεται επιστρέφει πλούσιος και βοηθά κρυφά τον μικρό Πιπ. Μια μυστηριώδης νύξη στη λογοτεχνία για τον περίεργο τρόπο σωφρονισμού, μεταφοράς καταδίκων στους Αντίποδες όπου το σύστημα επιτρέπει μια δεύτερη ευκαιρία με τον όρο να παραμείνουν εκεί και να μην επιστρέψουν.
Αντίστοιχες αναφορές στην ευρωπαϊκή ιστορία, από την μεριά των Γάλλων, από τη μεριά των Γερμανών περιλαμβάνονται στα ερμηνευτικά κείμενα που συνοδεύουν την πρόσφατη έκδοση από την Κίχλη του αινιγματικού κειμένου του Φραντς Κάφκα «Στη σωφρονιστική αποικία» σε μετάφραση Βασίλη Τσαλή,  που γράφτηκε το 1914 και δημοσιεύτηκε το 1919. Τα κείμενα αυτά προσπαθούν να  εντάξουν  το αφήγημα συτό στην ιστορική πραγματικότητα της εποχής του. Στην αδιαμφισβήτητη ύπαρξη δηλαδή  τέτοιων αποικιών σε διάφορες περιοχές του πλανήτη,  όπου μαζί με το έργο της «εξημέρωσης» της φύσης, τη γνώριμη αποστολή της αποικιοκρατίας,  εξόριστες επίσης δυνάμεις καταστολής επιχειρούσαν την συμμόρφωση, τον σωφρονισμό, την εργασιακή αξιοποίηση των εκτοπισθέντων καταδίκων. Μια τέτοια δυστοπία αποτελεί το σκηνικό όπου εκτυλίσσεται η παράξενη αυτή ιστορία του Κάφκα. Ένας περιηγητής –ταξιδιώτης έχει επισκεφτεί ένα τέτοιο τόπο και παρευρίσκεται και καλείται να υποστηρίξει έναν τρόπο εκτέλεσης θανατικής ποινής ενός κρατουμένου που έχει καταδικαστεί χωρίς να έχει ποτέ  δυνατότητα δίκης.


Ήδη ο τρόπος απόδοσης δικαιοσύνης προκαλεί αποστροφή αλλά η υπόθεση δεν σταματά εδώ. Η τεχνολογία έρχεται επίκουρος στην ποινή με έναν τρόπο που έχει επινοήσει ένας αξιωματικός, ο ίδιος που έχει αναλάβει να ξεναγήσει τον ταξιδιώτη. Ένα μηχάνημα με ακίδες  είναι προγραμματισμένο να χαράσσει στο δέρμα του καταδίκου το κείμενο του νόμου που έχει παραβεί. Ο προγραμματισμός γίνεται  μέσα από ένα σύστημα τροχαλιών και γραναζιών, ότι πιο σύγχρονο δηλαδή για την εποχή και ο θάνατος είναι επώδυνος, έρχεται αργά αφήνοντας στο κείμενο το χρόνο να αποτυπωθεί και τον κατάδικο να το «διαβάσει» με το σώμα του. Ο κατάδικος παρουσιάζεται  αλυσοδεμένος μεν, αλλά χωρίς καμία συνείδηση του τι θα του συμβεί, σαν αφελής άγριος, δεν γνωρίζει την γλώσσα με την οποία μιλούν οι άλλοι βεβαίως αλλά η αφέλεια και η ιδιωτεία του είναι πέραν των ορίων αυτής  της άγνοιας.
Η εξέλιξη της ιστορίας δεν απαλλάσσει τον αναγνώστη από την παρακολούθηση της αιματηρής εφαρμογής της θανατικής μεθόδου – όχι στον κατάδικο αλλά στον ίδιο τον αξιωματικό που την στρέφει στον εαυτό του. Τούτο γιατί δεν βρίσκει την υποστήριξη που ζητά από τον επισκέπτη – ταξιδιώτη, στο αίτημά του προς τον νέο διοικητή της αποικίας, ώστε να εκσυγχρονιστεί το μηχάνημα της γραφής. Στρέφει δηλαδή προς τον εαυτό του έως τις ακραίες συνέπειες το μηχάνημα με το οποίο είχε ταυτιστεί.
Η ιστορία αυτή προσφέρεται για  πολλές ερμηνείες που σύμφωνα με το οπισθόφυλλο  μπορούμε να διακρίνουμε σε δυο κατηγορίες. Μια ως μια κριτική αυτών των εκτρωματικών κοινωνιών – των σωφρονιστικών αποικιών – εκεί προσφέρονται τεκμήρια μαρτυριών που πρέπει να είχε υπόψιν του ή να είχε διαβάσει ο Κάφκα. Η δεύτερη κατηγορία κριτικής έχει να κάνει με κάθε ολοκληρωτικό καθεστώς και την βαρβαρότητα στην οποία οδηγεί η χρήση της τεχνολογίας – ένας εκτυπωτής με πολλές ακίδες, πόσο κοντά πράγματι στην τεχνολογία της εκτύπωσης κάποιας εποχής!!! – και παράπλευρα ηθικά ζητήματα, όπως η αδράνεια του παρατηρητή που προσπαθούν να επικαιροποιήσουν το ηθικό μήνυμα, αν έχει ένα τέτοιο το κείμενο.

Τόσο ζωντανές είναι οι περιγραφές που προκαλούν δυσφορία, τόσο ακραία αιματηρές,  που  ο υποψιασμένος αναγνώστης μάλλον κλίνει προς την δεύτερη κατηγορία. Υπάρχουν ωστόσο οι ανατροπές, η ανεξήγητη αυτοκτονία του αξιωματικού, όταν δεν γίνεται αυτό που ζητά που δεν επαρκεί κατά την άποψή μου το ανατρέχει κανείς στην καταγγελία του ολοκληρωτισμού ή στις εμμονικές ενοχές του Κάφκα για να την ερμηνεύσει. Ο αξιωματικός δεν φαίνεται να έχει καμία ενοχή – πείσμα και απογοήτευση φαίνεται να τον οδηγούν στην ενέργειά του αυτή.
Ενδεχομένως η ιστορία αυτή  να είναι μια αλληγορία για την βαρβαρότητα της τεχνολογίας, μια βαρβαρότητα όμως άλλου είδους, όχι πολιτική αλλά εννοιολογική. Πρόκειται δηλαδή για ένα Κάφκα συμβολικό, πιο εσωτερικό, σαν αυτόν στον οποίον ανατρέχει ο φιλόσοφος Γκέρσομ Σόλεμ, ο επιστήθιος φίλος του Βάλτερ Μπένγιαμιν ο οποίος δηλώνει ότι χρησιμοποιεί και διαβάζει  τα κείμενα του Κάφκα με τον ίδιο τρόπο που διάβαζε τα ιερά εβραϊκά κείμενα.
Δεν θα είναι εβραϊκή η δική μου ανάγνωση όμως. Η ιστορία με τις χαραγμένες πλάκες του νόμου που παραδίδονται στο όρος Σινά είναι σίγουρα στην γραμμή ενός πολιτισμού γραφής/γραφών  και επιβολής του νόμου σε ένα λαό, τα αποτροπαϊκά κείμενα προστασίας στις εισόδους των εβραϊκών σπιτιών, η εγγραφή στο μέτωπο του Γκόλεμ της Πράγας, στοιχεία του πολιτιστικού   περιβάλλοντος από όπου κατάγεται ο συγγραφέας,  δείχνουν ότι ο Κάφκα ζούσε ενεργά σε μια παράδοση  που υπενθύμιζε και σεβόταν την  γραφή και την ερμηνεία της – τις ερμηνείες της.

Αρχίζουμε  λοιπόν από το τέλος της ελληνικής έκδοσης, της Κίχλης:
 «Εγώ δεν είμαι τίποτε άλλο παρά λογοτεχνία και δεν μπορώ και δεν θέλω να είμαι τίποτε άλλο […] ό, τι δεν είναι λογοτεχνία με κάνει να πλήττω και το μισώ γιατί με ενοχλεί ή με εμποδίζει έστω και μόνο στη φαντασία μου»
Αυτό είναι το μότο στο τέλος του βιβλίου, σχεδίασμα επιστολής προς τον πατέρα της Φελίτσε, απόσπασμα από τα Ημερολόγια, εμβληματική φράση που δημιουργεί μια εμβληματική επίσης ταύτιση του Κάφκα με τον αξιωματικό που αυτοκτονεί γιατί δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την λειτουργία της συσκευής του, της συσκευής της γραφής.
Η γραφή είναι μια τεχνολογία που σκοτώνει και τούτο έχει διατυπωθεί ήδη από την εποχή του Πλάτωνα, διαβάζουμε στο εξαιρετικό κείμενο του
Walter Ong «Προφορικότητα και εγγραματοσύνη» όπου περιγράφεται με διαύγεια και εξαντλητικές λεπτομέρειες η επιστημολογική σύγκρουση μεταξύ προφορικού και γραπτού τρόπου σκέψης. Από την μέθοδο σύνθεσης των προφορικών επών που δημοσίευσε πρώτος ο Millman Parry, τους λογότυπους, τη μνημονοτεχνική , τον παρατακτικό, αρχαϊκό τρόπο σκέψης – ένα ανθρωπολογικό και επιστημολογικό πρότυπο που δεν ευνοεί την εσωτερίκευση και την εξέταση, στην «θανατηφόρο» και «σωφρονιστική» επιβολή στη συνείδηση και στον τρόπο σκέψης του πολιτισμού της γραφής. Ο  κόσμος της προφορικότητας  ήταν ζωντανός τρόπος ζωής, βασισμένος στην επικοινωνία και την αλληλεπίδραση – ο προφορικός λόγος δεν υπάρχει ποτέ μόνος χωρίς συνομιλητή -  ζωντανός και μεταβαλλόμενος αλλά όχι αυτοεξεταζόμενος. Ο κόσμος των ιδεών αντιθέτως, βασίζεται στην αμετάβλητη κυριαρχία  των μορφών σκέψης, άφωνων και απομονωμένων όπως μόνο στο γραπτό μπορεί να αποκρυσταλλωθούν. Με την εξορία των ποιητών από την Πολιτεία του Πλάτωνα επιβεβαιώνεται η νίκη της εγγραμματοσύνης επί της προφορικότητας,  Η γραφή ωστόσο συνδέεται με το θάνατο. Καταστρέφει τη μνήμη, είναι απάνθρωπη και η  απρόσωπη η συσχέτισή της με το θάνατο έχει διαπιστωθεί πλειστάκις στην ιστορία του πολιτισμού. Για παράδειγμα στην  Β΄ προς Κορινθίους 3:6 «τὸ γὰρ γράμμα ἀποκτείνει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ» δηλαδή το γράμμα σκοτώνει ενώ το πνεύμα δίνει ζωή ή ακόμα και η παρατήρηση του Μπράουνινγκ  για τα νεκρά λουλούδια της γραφής, «την ακόμα ευρέως διαδεδομένη πρακτική του να πιέζεις ζωντανά άνθη προς το θάνατο ανάμεσα στις σελίδες των τυπωμένων βιβλίων – «μαραμένα κίτρινα μπουμπούκια/ανάμεσα σε σελίδα και σελίδα». Το νεκρό άνθος, που κάποτε ζούσε είναι το ψυχικό ισοδύναμο του προφορικού λόγου. Το παράδοξο βρίσκεται στο γεγονός ότι η νεκρότητα του κειμένου, η αφαίρεσή του από τον κόσμο των ζωντανών ανθρώπων, η άκαμπτη οπτική του σταθερότητα, επιβεβαιώνει την αντοχή του και τη δυνατότητά του να αναστηθεί σε απεριόριστα ζωντανά συγκείμενα από έναν εν δυνάμει άπειρο αριθμό ζωντανών αναγνωστών»
Η γραφή και η δυνατότητα εσωτερίκευσης του νοήματος, η γραφή ως θάνατος και βαρβαρότητα, ιδέες της νεωτερικότητας που δεν μπορεί κανείς ωστόσο να παραβλέψει διαβάζοντας το κείμενο του Κάφκα. Είναι πια κοινώς αποδεκτό ότι η γραφή – όχι μόνο η τυπογραφία – αποτέλεσε μια τεχνολογία που ο άνθρωπος ενσωμάτωσε στον πολιτισμό του. Δεν είναι έμφυτη όπως η ομιλία.

Η σύγκρουση δηλαδή πολιτισμού και βαρβαρότητας αντιστοιχεί αλληγορικά στην αντίθεση του αθώου αφελούς, ανότητου καταδίκου – σύμφωνα με το διήγημα χαζεύει, χαμογελά ανόητα, έχει ζωώδη χαρακτηριστικά σε αντιδιαστολή  με τον εκλεπτυσμένο αξιωματικό που μιλά ξένες γλώσσες,  λατρεύει και βελτιώνει  την συσκευή του και  ενδιαφέρεται για την αποτελεσματικότητά της. Αν θεωρήσει κανείς το διήγημα σαν μια τέτοια αλληγορία – η ανάγκη του Κάφκα να ζήσει μέσα από την γραφή και τη λογοτεχνία -  η ανάγκη του να κοινωνήσει – να  επιβάλει την γραφή ως τρόπο ύπαρξης, αναδεικνύεται και ανακαλείται η γραφή ως θάνατος, το αδύνατο της επικοινωνίας, η εσωτερίκευση της γραφής, η γραφή που στρέφεται στον εαυτό της, η αυτοκτονία.

Πιστεύω πως και έτσι μπορεί  να διαβαστεί η ιστορία αυτή του Κάφκα.  Ένα υποσυνείδητο κείμενο για τη λογοτεχνία και την εγγραμματοσύνη. Μια απόπειρα μύησης της κοινωνίας με τεχνολογία που παραπέμπει στις αρχέγονες τελετές της δερματοστιξίας. O Levi Strauss αναφερόμενος στις τελετές αυτές, στην εγχάραξη δηλαδή υπό την επίβλεψη και με την αποδοχή και επιβολή κάποιες φορές της κοινότητας σχημάτων στο δέρμα των ανθρώπων σε π ολιτισμούς χωρίς γραφή, είχε πει ότι το δέρμα είναι μια επιφάνεια που αναμένει να της εντυπωθεί ο πολιτισμός.

Η βαρβαρότητα της εγχάραξης δηλαδή είναι αρχαϊκής, ενοιολογικής  φύσεως  και όχι πολιτικής. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο, βεβαίως όπως και το πλήθος των ερμηνειών στις οποίες προσφέρεται το κείμενο του Κάφκα.


Πόλυ Χατζημανωλάκη

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Όπου αναγνωρίζω τι είχα φωτογραφίσει έξω από μετρό Άγιος Ιωάννης

Ήθελα σήμερα, όπως το συνηθίζω κάθε 2 Μαρτίου να μνημονεύσω τον Άγιο Νικόλαο Πλανά, τον βραδύγλωσσο αγαπημένο φίλο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που με τα χαρτάκια της ανάμνησης έκανε τις λειτουργίες στον Άγιο Ελισσαίο να τραβούν σε μεγάλο μάκρος και τον Παπαδιαμάντη να χάνει την υπομονή του. Στον τέταρτο τόμο των Απάντων, υπάρχει ένα ιδιαίτερο διήγημα – κατάλογος με "Tα τραγούδια του Θεού", τα τραγούδια δηλαδή της νεκρώσιμης ακολουθίας των νηπίων που τα αγαπούσε από ότι φαίνεται πολύ ο κυρ Αλέξανδρος. Τα θυμόταν από παιδί, τότε που συνόδευε τον πατέρα του σε κηδείες νηπίων όπως στην περίπτωση του διηγήματος η «Συντέκνισσα» όπου παρατίθενται αφειδώς στίχοι όπως:
«Τῶν τοῦ κόσμου ἡδέων, ἀναρπασθὲν ἄγευστον», «Οὐδέν ἐστι πατρὸς συμπαθέστερον, οὐδέν ἐστι μητρὸς ἀθλιώτερον…», «Ὤ! Τίς μὴ θρηνήσει τέκνον μου… ὅτι βρέφος ἄωρον, ἐκ μητρικῶν ἀγκαλῶν, ὥσπερ στρουθίον ἐπέτασας… Ὦ τέκνον, τίς ποτε μὴ στενάξει βλέπων σου τὸ πρόσωπον εὐμάραντον, τὸ πρὶν ὡς ρόδον τερπνόν!…».
Εμβληματική στο τέλος η εικόνα της «Συντέκνισσας» που κρατά «τὸ μικρὸν πρόχειρον φέρετρον, ἐν εἴδει λίκνου». Ακριβώς έτσι αναπολεί με αγαλλίαση και η Χαδούλα στη Φόνισσα τον εαυτόν της να κρατά το μικρό φέρετρο ως λίκνο και στίχους από τα ίδια τροπάρια. Τα χαρούμενα αυτά τραγούδια της νεκρώσιμης ακολουθίας των νηπίων, που ήδη από τον 19ο αιώνα οι ιερείς είχαν παύσει να τα χρησιμοποιούν στο τυπικό της κηδείας των μικρών παιδιών και ο Παπαδιαμάντης βρίσκει την ευκαιρία να τα συγκεντρώσει σχεδόν όλα στο διήγημα αυτό, όπου επινοεί τον θάνατο της μικρής Αγγελικούλας – της Κούλας δηλαδή, της κόρης των φίλων του Πολυξένης και Νικολάου Μπούκη. Φροντίζει μάλιστα, όπως στο θάνατο του παλλικαριού του Κωστή Παλαμά ψαλούν τα νεκρώσιμα αυτά άσματα πάνω από την κλίνη της όσο ακόμα ζει. Βεβαίως στην κηδεία αυτός που αναλαμβάνει να τα ψάλλει είναι ο παπα Νικόλας από τον Άγιο Ιωάννη του Αγρού, ο Ναξιώτης, ο παπα Νικόλας Πλανάς, δηλαδή:
«Μόνος ὁ παπα-Νικόλας ἀπ᾿ τὸν Ἁι-Γιάννη τοῦ Ἀγροῦ, ὁ Ναξιώτης, ἐφαίνετο ὅτι ἔκανε χωριστὴν ἀκολουθίαν, ἐμορμύριζε μέσα του, καὶ τὰ ὄμματά του ἐφαίνοντο δακρυσμένα.
― Τί μουρμουρίζεις, παπά; τοῦ εἶπα, ἀπὸ τὸ ὄπισθεν τοῦ στασιδίου, ὅπου εἶχεν ἀκουμβήσει.
― Λέγω τὴν ἀκολουθίαν τῶν Νηπίων μέσα μου, εἶπεν ὁ παπα-Νικόλας. Εἰς αὐτὸ τὸ ἄκακον ἁρμόζει ἡ κηδεία τῶν νηπίων.»
Έψαξα να βρω πού να είναι η εκκλησία που λειτουργούσε ο παπα Νικόλας και ανακάλυψα ότι περνούσα κάμποσα χρόνια, όσο ο εκδοτικός οίκος Εύμαρος ήταν ακόμα στη Δάφνη, και είχα φωτογραφίσει τα υπολείματα από ένα μισο ερειπωμένο Άγιο Βήμα, στον περίβολο του Αγίου Ιωάννη, έξω από τη στάση του Μετρό όπου υπήρχε αν θυμάμαι καλά μια επιγραφή ότι όλο αυτό ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο Πλανά. Η μεγάλη εκκλησία έχει μετονομαστεί σε Άγιο Ιωάννη Κυνηγό έχει όμως διατηρηθεί στο προαύλιο το προσκυνητάρι αυτό του 15ου – κάποιοι λένε και 12ου αιώνα από το εκκλησάκι στο οποίο είχε καταφύγει ο παπα Νικόλας αφού οι επίτροποι τον είχαν διώξει από τον Άγιο Παντελεήμονα επειδή ήταν βραδύγλωσσος. Λένε μάλιστα αυτοί που ψάχνουν τις παλιές δικογραφίες ότι με βασιλικό διάταγμα είχε παυθεί για έξι μήνες και από αυτήν την εκκλησία «Επί Πήξη Ιδίου Θυσιαστηρίου» παρά το ότι ο χώρος που λειτουργούσε ήταν εκκλησία.
Έτσι λοιπόν αναρτώ τις δυο φωτογραφίες που τράβηξα ένα βράδυ πηγαίνοντας σε μια βραδιά ανάγνωσης ποίησης στον Εύμαρο. 'Ηταν 7 Φεβρουαρίου του 2016. Εκείνο το βράδυ από το μετρό σε αυτή τη στάση κατέβαινε και η ποιήτρια Ευτυχία Παναγιώτου πηγαίνοντας κάπου αλλού και ανταλλάξαμε δυο τρεις φιλικές κουβέντες την ώρα που φωτογράφιζα αυτό που απόμεινε από το Άγιο Βήμα, χωρίς να γνωρίζω ότι επρόκειτο για τον Άγιο Ιωάννη των Αγρών και ακόμα περισσότερο χωρίς να μπορώ να καταλάβω ακόμα την ιδιαίτερη σχέση με τον Άγιο Νικόλαο Πλανά.












Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Φόρος τιμής στο έλασσον (διαδρομές με αφορμή μια επιγραφή και ένα μνημόσυνο)



Πρέπει να ψάξω βαθιά στη βιβλιοθήκη μου για να επιβεβαιώσω σε πιο από τα δυο – «στους γελοίους έρωτες» ή στο «βιβλίο του γέλιου και της λήθης» του Μίλαν Κούντερα αναφέρεται η περίπτωση του Τσέχου γιατρού – γυναικολόγου  μιας επαρχιακής πόλης που εφάρμοζε τέτοια μέτρα γονιμότητας στις ασθενείς του που δημιουργήθηκε συν τω χρόνω μια ολόκληρη γενιά παιδιών με την ίδια γαμψή μύτη – σήμα κατατεθέν της αποτελεσματικότητας των μεθόδων του γιατρού.

Μια παρόμοια ιστορία άκουσα να διηγείται ο γνωστός βιολόγος Rupert Sheldrake που οι ιδέες του για τα μορφικά πεδία και τη μνήμη του χώρου είχαν γοητεύσει τον Sebald  (και εμένα εννοείται). Έλεγε λοιπόν ο Sheldrake μια ιστορία  για τις ρηξικέλευθες ιδέες του Sir Julian Huxley για την ευγονική που έκαναν – υποτίθεται – εκατοντάδες νέους να στέλνουν επιστολές στο γιο του και να ισχυρίζονται συγγένεια πρώτου βαθμού μαζί του…



Τηρουμένων των αναλογιών,  είχα κι εγώ -  είχαμε δηλαδή με άλλους πολλούς  υπάρξει πνευματικά παιδιά ενός και μόνου ανθρώπου και μοιραζόμασταν γενιές επί γενεών τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα στην αρχή της εφηβείας μας.
Τη δεκαετία του εξήντα στη Ρόδο, ήταν διευθυντής στο Πρότυπο Σχολείο που στεγαζόταν κάτω από την Παιδαγωγική Ακαδημία ο εξαιρετικός λόγιος και καλλιγράφος Φώτης Κυπριώτης, ο δάσκαλός μας, ιταλομαθής, που είχε ιδιοχείρως φιλοτεχνήσει και κορνιζώσει καλλιγραφημένα αποφθέγματα σοφών, του Πεσταλότζι, του Μοντεσκιέ (δεν θυμάμαι δυστυχώς άλλα ονόματα) με μια ιδιαίτερη γραμματοσειρά, που είχε φροντίσει να τη διδαχτούμε και στα γραπτά μας να την αναπαράγουμε.
Έτσι λοιπόν για ένα δυο χρόνια –  όταν ξέφευγες από την επίδρασή του έφευγε και η συνήθεια – επιμελώς κι εγώ και άλλοι, γράφαμε με αυτόν τον θαυμαστό τρόπο, με μελάνι φυσικά ποτέ δεν θα διαπράτταμε την ιεροσυλία του στυλό διαρκείας – συνδέοντας το ένα γράμμα με το άλλο, περίτεχνα, στρογγυλά, ομοιόμορφα, σαν τα παιδιά με τη γαμψή μύτη του Τσέχου γιατρού.

Θυμάμαι με νοσταλγία αυτήν την εποχή και ίσως έχω δείγματα αυτών των επιτεύξεων. Ωστόσο, πριν μερικές μέρες,  στα Χανιά, επισκεπτόμενη το σπίτι του Ελευθέριου Βενιζέλου, είδα έκπληκτη μια προσωπογραφία του, ένα πίνακα του Καλυμνίου ζωγράφου Μιχαήλ Αλαχούζου, όπου  αναπαρίσταται νέος. Η προσωπογραφία  συνοδευόμενη από ένα επίγραμμα που συνέθεσαν προς τιμήν του οι Καλύμνιοι,  μέλη του Αναγνωστηρίου  «Αι Μούσαι». Ημερομηνία Απρίλιος 1916.

Μπορώ να φανταστώ τι συνεπήρε τα μέλη του Αναγνωστηρίου στην προσφάτως Ιταλοκρατούμενη  Δωδεκάνησο – η Ιταλία είχε προσαρτήσει τα Δωδεκάνησα μόλις το 1911 – να γοητεύονται και να συνεπαίρνονται από τον νεαρό έλληνα πολιτικό. Ο Αλαχούζος ήταν ιδρυτικό μέλος του Αναγνωστηρίου το οποίο είχε συγκεντρώσει τον ανθό της διανόησης της Καλύμνου.


Αυτό που με συγκινεί όμως είναι το έλασσον, είναι η γραμματοσειρά του δασκάλου μου, στο  κάτω μέρος του πίνακα,  που από ότι φαίνεται ήταν συνήθεια όχι μόνο στη Ρόδο, αλλά και στους λογίους κύκλους της Καλύμνου ήδη από το 1916 και δεν ξέρω και παλαιότερα. Δεν ξέρω την καταγωγή της, δεν ξέρω αν ήταν συνήθεια που ήρθε με τους Ιταλούς που εκείνη την εποχή εθεωρούντο ελευθερωτές, μια και είχαν αποσπάσει τα νησιά από την Οθωμανική αυτοκρατορία, ποιου δασκάλου μαθητές είχαν υπάρξει τα μέλη του Αναγνωστηρίου και ο δάσκαλός μου αργότερα;

Με ποιο παράξενο τρόπο,  ποιο σύστημα εκπαίδευσης έφτασε πια στα σχολειά στα μέσα της δεκαετίας του 60 και την επέβαλε ο δάσκαλός μας, απαραίτητο στοιχείο ευπρέπειας και άσκησης στον τρόπο της γραφής, αλλά και διακριτικό σημάδι ότι υπήρξαμε μαθητές του, χρόνια μετά και τον θυμόμαστε με πολλή γλύκα…

Υστερόγραφο

Εψαξα στο διαδίκτυο για αναφορές στο δάσκαλό μου Φώτιο Κυπριώτη. Εμβληματική μορφή, διευθυντής του σχολείου, τον θυμάμαι με τα γυαλάκια του, αυστηρός στις ποινές, ευρηματικός στη διδασκαλία, πολύ αυστηρός αλλά αγαπητός. Θυμάμαι ότι είχε δύο κόρες και κάποτε ήρθαν να παρακολουθήσουν το μάθημα οι κόρες με τους αρραβωνιαστικούς τους.
Επιβεβαίωσα ότι είναι αυτός, από την αφιέρωση στη μνήμη του  που έκαναν οι κόρες του Δέσποινα και Ελένη στη μνήμη του στην εφημερίδα Ριζοσπάστης. Έχει πεθάνει από το 2002. Τον αναγνώρισα και από τη φωτογραφία.

Μέλος του ΚΚΕ και αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης.


Ο δάσκαλός μου είχε και μια άλλη ζωή που δεν την ήξερα(*).






(*) Ακούω τη φωνή του στο κείμενο του, πρόσκληση για την παρουσίαση του βιβλίου του και αφιέρωση σε μαθητή του,  που αναδημοσιεύεται εδώ:

http://rokar-rokar.blogspot.gr/2014/11/blog-post_54.html

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Η διαυγής φαντασμαγορική δημιουργικότητα της Σοφίας Φιλιππίδου: «Καθώς ψυχορραγώ» του Ουίλλιαμ Φώκνερ στο Θέατρο Κυκλάδων





Είχα συνοδεύσει πριν τα Χριστούγεννα τη Σοφία Φιλιππίδου στο Φάληρο, στο βιβλιοπωλείο Booktalks, όπου την είχαν προσκαλέσει για να διαβάσει ένα εορταστικό διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη, το «Στο Χριστό στο Κάστρο».  Περίμενα με πολύ ενδιαφέρον να δω την δική της εκδοχή της μεγαλόφωνης ανάγνωσης, που ήμουν σίγουρη ότι δεν θα ήταν «ευσεβιστική» και μακρόσυρτη, σαν ψαλμωδία ή σχεδόν προσευχή όπως συνηθίζουν να τον αποδίδουν πολλοί συνάδελφοί της. Την έχω ακούσει να διαβάζει ποίηση και πραγματικά «διαβάζει» με ποιητική και όχι θεατρική ανάγνωση και είναι ένα όνειρο. Έτσι λοιπόν, μπορεί να μην υπάρχει τεκμήριο, βιντεάκι  ή μαγνητοφώνηση αυτής της ανάγνωσης, και δεν είμαι σίγουρη πως αν υπήρχε, θα απέδιδε αυτήν την εμπειρία. « Ένιωσα πως ανέβηκα με τα πόδια όλη τη διαδρομή στο βουνό  (μαζί με τους προσκυνητές του διηγήματος) μου είπε στο τέλος.» Είχε εξαντληθεί.
Της εξομολογήθηκα τότε, πως κάποια στιγμή, εκεί που περιέγραφε τα κύματα της θαλάσσης που ογκούντο κατάπρωρα του μικρού σκάφους που μετέφερε την συνοδεία και κάποια στιγμή η βάρκα και το πανάκι όπως αναπηδούσε έμοιαζε με «Ελληνοαλβανό χορεύοντα ηρωικούς χορούς»   με τον λευκό χιτώνα του να ανεμίζει… εκείνη τη στιγμή, όπως καθόμουν δίπλα της και κοίταζα πότε τη Σοφία πότε το κείμενο που είχε μπροστά της, είδα ανάμεσά μας ένα φουστανελλοφόρο με το χέρι ψηλά να χαιρετά και να στριφογυρίζει…
Μετά που φεύγαμε της το είπα. «Τον είδες κι εσύ;» σχολίασε.



Έχω μεγάλη εμπιστοσύνη στην ικανότητά της να ανασκάπτει κείμενα. Απόλυτη. Ανυπομονούσα λοιπόν, αφού είχα δει τι έκανε με τον Παπαδιαμάντη, να δω τι θα γίνει και με τον Φώκνερ – το δύσκολο και μη θεατρικό κείμενο του «Καθώς ψυχορραγώ» σε μετάφραση του Μένη Κουμανταρέα, που ανεβάζει – απόψε είναι η πρεμέρα – στο θέατρο της οδού Κυκλάδων του Λευτέρη Βογιατζή, σε έναν ιερό χώρο του θεάτρου. Μια εκπλήρωση για τη Σοφία, μια δυνατότητα να ξεδιπλώσει την ανασκαπτική της δύναμη επί του κειμένου αλλά και την σοφή οργάνωση, την διεύθυνση, την εξισορρόπηση, την ανάδειξη των δυνατοτήτων των άλλων, μια και έχει αναλάβει την διεύθυνση, την σκηνοθεσία του έργου και έχει να συντονίσει όλων τις αναπνοές ώστε να ακούγονται μια μια και όλες μαζί και να μην ακούγονται όταν πρέπει.
Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω χτες το βράδυ την Γενική Πρόβα, με αρκετούς φίλους της που την αποθέωσαν. 

Η ιστορία της πεθαμένης μάνας – που επιβλέπει τις προετοιμασίες του θανάτου της και την κατασκευή του φέρετρου, την εκπλήρωση της υπόσχεσης από το σύζυγο να την μεταφέρει πίσω και να την θάψει στην πατρική της πόλη, τη σχέση της με τα παιδιά της, το μόχθο του ταξιδιού, τις δυσκολίες, τις αντιξοότητες, όλες οι εκδοχές μιας ιστορίας, ταυτότητες και τρόποι ύπαρξης  (η μάνα μου άλογο, η μάνα μου ένα ψάρι…)  από τους εναλλακτικούς  μονολόγους, οι μάσκες – πόσο θύμισαν τις Βάκχες της που είχε ανεβάσει στο Ίδρυμα Κακογιάννη πριν μερικά χρόνια…
Μια φαντασμαγορία, μια έξοχη εμ- ψύχωση του κειμένου – ενός τόσο δύσκολου κειμένου που κατάφερε να το κάνει να φουσκώσει σαν αερόστατο και να πετάξει – η ομάδα των ηθοποιών που θύμιζε κάποτε θίασο τσίρκου με ακροβατικά, σκηνή σκηνή και εύρημα ένα παραμύθι μαγικό, η αποθέωση της ανθρώπινης δημιουργικότητας ως την τελευταία λεπτομέρεια,  ώστε να γίνει διαυγής ο λόγος, το νόημα, η τελική απελευθέρωση, η αγάπη...
Ελπίζω να έχω την ευκαιρία να ξαναδώ την παράσταση, τόσο πολύ την χάρηκα.  Μια αισθητική απόλαυση, μια ανάταση, μια αποδοχή του μόχθου του καλλιτέχνη – τεχνίτη, ελπίζω και εύχομαι να αγαπηθεί αυτή η παράσταση από το κοινό.

Στοιχεία της παράστασης:
Μετάφραση: Μένης Κουμανταρέας
Ελεύθερη απόδοση- διασκευή: Χλόη Κολύρη
Σκηνοθεσία: Σοφία Φιλιππίδου
Σκηνογραφική επιμέλεια: Κυριακή Μαυρογεώργη
Επιμέλεια κοστουμιών- τραγουδιών -κίνησης: Σοφία Φιλιππίδου
Βοηθός ενδυματολογικού: Μάγδα Καλορίτη
Ηχητικά και μουσικά τοπία: Γεωργία Σπυροπούλου
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Δανάη Γκουτκίδου, Μαρία Πολυχρόνη, Μιχαήλ Ταμπακάκης
Φωτογράφιση: Narkiss Holingberry
Παίζουν: Σοφία Φιλιππίδου, Κώστας Βασαρδάνης, Μιχάλης Καλιότσος, Έλενα Μεγγρέλη, Κωνσταντίνος Γεωργόπουλος, Μιχαήλ Ταμπακάκης και Μορφέας Παπουτσάκης
Ιnfo
Θέατρο της οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής, Κεφαλληνίας & Κυκλάδων 11, Κυψέλη
Πρεμιέρα: Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017, στις 21:00.
Παραστάσεις: Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00.
Πληροφορίες:  2108217877
Τιμές εισιτηρίων: 15€, 10€ μειωμένο