Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Δεντροστοιχία των Alyscamps στην Αρλ, Vincent van Gogh, λάδι σε καμβά



Υπάρχει ένα μουσουλμανικό νεκροταφείο στη Ρόδο. Ένας κουρσάρος, ο Μουράτ Ρείς, τόσο γενναίος που βρέθηκε να υπηρετεί στο στόλο του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς θάφτηκε εκεί, εκεί και ο τεκκές του, η φήμη του μάζεψε εκεί τους δερβισάδες. Αργότερα έμαθα για τις μυστηριακές συνάξεις τους, από τα βιβλία, κυρίως τον Ορχάν Παμούκ και τον Παπαδιαμάντη, για χώρους μυστικούς στην κοσμική τους χώρα, μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας, όπου μέσα στην ομίχλη του καπνού, ακουγόταν ο κτύπος της καρδιάς του επισκέπτη που κατέβαινε τα σκαλιά, ένα βλέμμα ενός τυφλού, μια χειραψία ίσως και οι στροβιλιζόμενες προσευχές για τη γαλήνη της ψυχής και άλλα οράματα. 

Οι τάφοι στριμωγμένοι, χορταριασμένοι, γερτοί – σαν το εβραϊκό νεκροταφείο της Πράγας σχεδόν – βλάσταιναν με βρύα από την υγρασία. Τουρμπάνια, ακατανόητες επιγραφές στα αραβικά, υπέθετα αποσπάσματα από το Κοράνι, και οι γάτες των νεκροταφείων που έβρισκαν την ζεστή γωνιά να λιάζονται, αυτό το θυμάμαι. Είχα κάποτε αποβιβάσει εδώ έναν ήρωά μου, έναν Πορτογάλλο ναυτικό, που υποδυόταν τον Άλβαρο ντε Κάμπος, τον ετερώνυμο του Πεσσόα, με υστερόβουλη πρόθεση να απαθανατίσει αυτές τις γάτες που δεν κατάφερα τότε που τις έβλεπα να τις φωτογραφίσω. Ούτε μία. Η πρώτη μου Κοντάκ ήρθε μερικά χρόνια αργότερα και τότε είχα ξεχάσει το νεκροταφείο κοίταζα αλλού, στη θάλασσα πάλι, που θα έφευγα και θα άφηνα το νησί που μεγάλωσα. 
Αργότερα στον Κεραμεικό είδα δυο χελώνες, έναν Απρίλιο. Ήταν η εποχή που δεν άφηνα τίποτα να μου ξεφύγει, μέχρι να μάθω πως αυτό πια ήταν κοινό μυστικό. Οι χελώνες του Κεραμεικού που όλοι κάποτε τις είχαν δει. Αρχαίες χελώνες ίσως, ή οι απόγονοί τους, ερωτεύονταν στο δρόμο του νεκροταφείου, εκεί που οι περαστικοί, τουρίστες κυρίως, έκαναν τον περίπατό τους, ανάμεσα στα αντίγραφα των ταφικών επιγραφών. Γυναίκες που πέθαναν στη γέννα. Τα πρωτότυπα πάντα στο Μουσείο. Ηδίστη, Αμφαρέτη, ένας θάνατος σε μάχη - ένας άλλος τρόπος.
Ένα ζευγάρι ερωτευμένων, που με τόση λεπτομέρεια περιγράφετε στον αδελφό – πού το ξέρετε πως είναι ερωτευμένοι; – τα φύλλα από τις λεύκες που στρώνουν τον δρόμο, αυτά αποσπούν την προσοχή σας, ή θέλετε να αποσπάσουν την προσοχή του συνομιλητή σας όταν γράφετε για τον περίπατο στο Ρωμαϊκό νεκροταφείο της Αρλ, στα Ηλίσια Πεδία, Αλεσάν, Αλισάν, στη γλώσσα την παλιά της Οξιτανίας, που ήταν οι γυναίκες Ποιητές και τροβαδούροι και ίσως εκεί να είναι θαμμένοι οι πολεμιστές του Καρλομάγνου και ο Δάντης στο Ινφέρνο του εκεί περπάτησε, δίπλα στους πέτρινους τάφους των Ρωμαίων λεγεωνάριων, πλάι στο δρόμο, μακριά από τα σπίτια τους, σε ένα δρόμο αιώνιο στρατόπεδο όπως κοιμούνται.
Ένας γαλήνιος φθινοπωρινός περίπατος χωρίς φαντάσματα.

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Σεπτέμβριος 2014

Από το αδημοσίευτο αφήγημα, Πίσω από τον καθρέφτη ο Βενσάν (Η γυναίκα που γράφει)



Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Ο θάνατος στην ποίηση είναι μια σκηνοθεσία





Σαγήνη οι Μέλισσες της Carol Ann Duffy που έφτασαν χτες με την Αμαζόνα. Τις ταχυδρόμησαν – ολοκαίνουργιο αντίτυπο που υποτίθεται αγόρασα για μεταχειρισμένο με σελιδοδείκτη και σκληρό εξωφυλλο – από ένα βιβλιοπωλείο του Νότινγχαμ και πλήρωσα μόνο τα ταχυδρομικά 4 λίρες. Το ίδιο το βιβλίο το πήρα σχεδόν δωρεάν: 0. 01 λίρες. (φαίνεται σαν διαφήμιση για την Αμαζόνα, αλλά είναι απολύτως έτσι. ) Πανηγυρίζω από χτες. Αργά και απολαυστικά, ποίηση στιλπνή, λακωνική, αστραφτερή, εμπνευσμένη, εμπνευστική! Ήδη έγραψα μια μικρή δοκιμή για το πρώτο ομότιτλο ποίημα, τις Μέλισσες. Βρήκα και ένα ακόμα , το Last Post, το οποίο αναφέρεται στους επιζώντες του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Αν το γνώριζα νωρίτερα θα το είχα προτείνει για το αφιέρωμα του περιοδικού του Δέντρο. Είναι συγκλονιστικό παρά το ότι είναι γραμμένο από γυναίκαι χρόνια μετά τον πόλεμο. Θυμίζει την ποίηση του Κώστα Μαυρουδή στις «Τέσσερις εποχές», την αντιστροφή του χρόνου, εκεί που ο ποιητής επικαλείται την ταινία του Βερτώφ. Και εδώ για κάποια ταινία τρόπον τινά μιλά, φαίνεται ο αισθηριακός τρόπος της αντιστρεψιμότητας στη φαντασία μας είναι με την ταινία που παίζεται ανάποδα.
[see lines and lines of British boys rewind/back to their trenches…]
Ωστόσο στέκομαι σε ένα άλλο ποίημα – μην περιμένετε να το μεταφράσω θα με πάρει δυο μήνες – που αναφέρεται στον ισπανικό εμφύλιο και έχει τίτλο «Τhe Falling soldier» όπου ο Ποιητής δηλώνει κάτω από τον τίτλο ότι το έγραψε after the photograph by Robert Capa, κατά τη φωτογραφία δηλαδή του Robert Capa, ενός από τους ιδρυτές του Magnum Photography, περίφημος για τις πολεμικές φωτογραφίες του, σχεδόν σε όλους τους πολέμους, ξεκινώντας απο τον Ισπανικό εμφύλιο του 1936.
Μια και γράφει σύμφωνα με τ η φωτογραφία του Robert Capa, και όχι σύμφωνα με μ ι α φωτογραφία του R.C. o αναγνώστης καταλαβαίνει ότι πρόκειται για μια περίφημη φωτογραφία, όπου ο στρατιώτης δεν εικονίζεται ως μαχόμενος ή ως πεσών, αλλά τη στιγμή ακριβώς που πέφτει, τη στιγμή που αφήνει την τελευταία του πνοή και τη συλλαμβάνει ο φακός. Φοβερή επιτυχία του φωτογράφου ίσως, η φωτογραφία υπάρχει στο διαδίκτυο και μάλιστα κατά σύμπτωσιν τραβήχτηκε σαν χτες, 5 Σεπτεμβρίου το 1936. Σύμφωνα με το φωτογράφο είναι ένας φαντάρος από τα κυβερνητικά στρατεύματα, που ονομάζεται Φεντερίκο Μπορέλ Γκαρσία και είναι από το πεδίο της μάχης στο Cerro Muriano.
Το ποίημα της Carol Ann Duffy είναι συγκλονιστικό, μια και συγκρίνει τις κινησεις του στρατιώτη που πέφτει, διαδοχικά με κάποιον που σκοντάφτει, με κάποιον που χορεύει – με breakdance της εποχής μας, με κάποιον που παίζει μουσική σαν τον Ελβις Πρίσλευ, για να φτάσει να πει ότι πρόκειται για μια τελικη πτώση, οπου η κάμερα συλλαμβανει την τελευταία σου πνοή – αυτά τα λέει όλα απευθυνόμενη στον στρατιώτη.
Δεν θα αναφερόμουν έτσι λεπτομερώς σε αυτό το ποίημα και σε αυτήν την φωτογραφία που έχω βρει βεβαίως στο διαδίκτυο και αναρτήσει, αν υπήρχαν κάποια στοιχεία που κάνουν τόσο οικουμενική την ανάγνωσή του και που θέλω να  πιστεύω ότι ο Ποιητης τα εγνώριζε πριν γράψει ένα ποίημα που ομολογουμένως είναι συγκλονιστικό, από την αντίθεση χαράς, ζωής και θανάτου που διαρκώς είναι σε αντίστιξη. Τι δεν κάνει ο στρατιώτης δηλαδή και τι κανει. 


Αυτό λοιπόν το στοιχείο είναι ότι πράγματι είναι ο Φεντερίκο Μπορέλ Γκαρσία που εικονίζεται, αλλά δεν ανήκει στα κυβερνητικά στρατεύματα αλλά στους αναρχικούς. Είναι δηλαδή ο ίδιος και εχθρός του ταυτοχρόνως. Και όχι μόνο αυτό. Από το σχήμα των λόφων που φαίνονται ο στον ορίζοντα, αναγνωρίστηκε ότι η περιοχή δεν είναι το Cerro Murianο, όπου έγινε η μάχη στις 5 Σεπτεμβριου, αλλά ένα άλλο χωριο πενήντα χιλιόμετρα μακριά, το Espejo. Και ο στρατιώτης της φωτογραφίας δεν πεθαίνει, αλλά είναι όλα είναι μια σκηνοθεσία του ικανού φωτογράφου για να στείλει ανταπόκριση από το πεδίο της μάχης. Ο Φεντερίκο Μπορελ Γκαρσία ποζάρει δηλαδή, για το φακό του Κάπα, η δαφνοστεφής ποιήτρια ακόμα και αν το ξέρει δεν κάνει κανέναν υπαινιγμό στην απάτη. Φίλοι φωτογράφοι που ρώτησα εκτός από την έρευνα στο διαδίκτυο μου είπαν ότι στους φωτογραφικούς κύκλους είναι γνωστή αυτή η περίπτωση. Γιατί όμως δεν την αναφέρει η ποιήτρια; Αφού ο υποψιασμένος αναγνώστης θα αναρωτηθεί ούτως ή άλλως. Ένα ποίημα λοιπόν που το εκ των υστέρων νόημα βασίζεται στην τεκμηρίωση, στην πληροφορία, στον συγκλονισμό για την καθολικότητα του θέματος. Σαν θέμα του Μπόρχες. Ο νεκρός ανήκει και στις δυο πλευρές.
Ο θάνατος στην τέχνη είναι μια σκηνοθεσία.


Πόλυ Χατζημανωλάκη



Αναρτήθηκε τον Σεπτέμβριο του  2014 στο φέησμπουκ

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

Ο δόκτωρ Ζιβάγκο κι εγώ



Το «Δόκτωρ Ζιβάγκο» του Μπόρις Πάστερνακ το διάβασα μόλις πριν μερικά χρόνια, στην μετάφραση της Μαρίας Τσαντσάνογλου, από τις εκδόσεις Ποταμός. Μια παλιά οφειλή σε ένα μύθο που με ακολουθούσε για χρόνια και που παρά το ότι υπήρχε κάποια μετάφραση στα ελληνικά δεν το αναζήτησα ποτέ, θα έλεγα το απέφευγα για χρόνια μέχρι να ξανασυναντηθούμε με αφορμή την έκδοση. Υπάρχει λόγος. 
Πρέπει να ήταν στη δεκαετία του 70, δεν μπορώ να θυμηθώ όμως πότε ακριβώς, σίγουρα ακόμα δικτατορία, που άκουσα τη μουσική στο πικάπ, από το δίσκο με το Σάουντρακ της ταινίας. Κοιτώντας τις φωτογραφίες και τις μικρές λεζάντες στο εξώφυλλο του δίσκου είχα ανασυνθέσει την ιστορία χωρις να έχω δει την ταινία – εννοείται μου άρεσε πάρα πολύ η μουσική, τον άκουγα και τον ξαναάκουγα.
Η Τζεραλντίν Τσάπλιν στο ρόλο της συζύγου του γιατρού, γλυκειά αλλά όχι τόσο λαμπερή αφού εκείνος είχε γοητευτεί από την άλλη, τη Λάρα – και τα πρόσωπα διανοουμένων και στρατηγών του Σοβιετικού Στρατού, τα επιβλητικά εμβατήρια αλλά και το αξέχαστο θέμα της Λάρας στη μουσική του Μωρίς Ζαρ. Την παράσταση έκλεβε ο αξέχαστος Γιούρι Αντρέγεβιτς – με αυτό το όνομα θα τον γνώριζα καλά από το βιβλίο. Στο εξώφυλλο του δίσκου ήταν το αρχέτυπο του ανδρικού χαρακτήρα – του ήρωα - που είχε όλη μου την εύνοια, με το μουστάκι που σου ενέπνεε εμπιστοσύνη, άκακος, γόης και φυσικά γιατρός.
Αυτό ήταν μια από τις αναμνησεις της παιδικής ηλικίας που καταχωνιάστηκε με τόσες άλλες μετά που ήρθαμε στην πρωτεύουσα. .

Λίγα χρόνια αργότερα, στην Αθήνα, στριμωγμένη στο λεωφορείο που με έφερνε σπίτι από το μάθημα των γαλλικών, μόλις μετά την μεταπολίτευση και όταν η πολιτικοποίηση έφτανε στα ντουζένια της άκουσα να μιλάνε πάλι για αυτό. Κρυφάκουγα στη διαδρομή τη συζήτηση ανάμεσα στον νεαρό πολιτικοποιημένο συνεπιβάτη μου, αξύριστο και με στρατιωτικό αμπέχωνο και την κοπέλα του, ότι δεν θα πήγαινε να δει λέει την ταινία. Γιατί διαμαρτυρόταν η κοπέλα που φαίνεται του είχε προτείνει να πάνε να τη δουν. Γιατί διαστρεβλώνει την Ρώσικη επανάσταση, τον άκουσα να λέει, είναι ελεεινή προπαγάνδα. Τις εκφράσεις ακριβώς δεν τις θυμάμαι. Το μήνυμα ελήφθη όμως. Τον απαρνήθηκα κι εγώ με σπαραγμό τον Γιούρι Αντρέγεβιτς για χρόνια, ώσπου κάποια στιγμή γλύτωσα από το ξόρκι του νεαρού με το αμπέχωνο και είδα την ταινία. Ο Ομάρ Σαρίφ μου φάνηκε νεώτερος από ότι τον είχα στο μυαλό μου. Αλλά εξ ίσου γοητευτικός ή και περισσότερο.

Αργότερα, όπως είπα διάβασα το βιβλίο. Μια άλλη ιστορία, ένα αριστούργημα. Ενας άλλος κόσμος, τόσο βαθύς και γοητευτικός, με χιλιάδες πλοκάμια, διακλαδώσεις και θέματα που υπερβαίνουν το ρομάντζο, την ερωτική ιστορία και τα πάθη αυτού του γοητευτικού γιατρού που μπλέχτηκε στα γρανάζια της ιστορίας.

Μικρό κατευόδιο για ένα είδωλο που μας αποχαιρέτησε χτες. Και μια συνάντηση, πάλι με τα φαντάσματα, ίσως απελευθερωτική.

(γράφτηκε πριν ένα χρόνο, στις 11 Ιουλίου δηλαδή του 2015) 

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Οι Άγριοι Κύκνοι του Άντερσεν: υφαίνοντας το βιβλίο των χιτώνων, το βιβλίο της αγάπης



Και βέβαια οι Άγριοι Κύκνοι – τα έντεκα βασιλόπουλα που γίνονται κύκνοι – του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν είναι μια ιστορία για την δύναμη της αγάπης, την αυτοθυσία και την αγνότητα που μπορεί όλα να τα μεταμορφώνει, ακόμα και τα μάγια…Η Ελίζα, η μικρότερη κόρη του βασιλιά με τους έντεκα γιους, γίνεται θύμα όπως και τα αδέλφια της, της μητριάς, της δεύτερης γυναίκας του πατέρα τους. Εκείνην την διώχνει από το παλάτι και τα αδέλφια της μεταμορφώνει σε κύκνους. Για να λυθούν τα μάγια, αποφασίζει, σύμφωνα με τις συμβουλές της σπουδαίας Μάγισσας Φάτα Μοργκάνα, να μαζεύει τσουκνίδες από το νεκροταφείο, να φτιάξει νήμα πληγώνοντας τα χέρια της, και να υφάνει για το καθένα από τα αδέλφια της ένα πουκάμισο…Και όλα αυτά, τηρώντας έναν όρκο σιωπής, δένοντας τη φωνή της μια και σύμφωνα με τις οδηγίες της μάγισσας, αν μιλούσε την ώρα που ύφαινε, αν της ξέφευγε ένας λόγος, αυτό θα ισοδυναμούσε με μαχαιριά στο στήθος των αγαπημένων της αδελφών.
Η θεληματική – η αναγκαστική βωβότης της Ελίζας, της στοιχίζει την εμπιστοσύνη του συζύγου της, του βασιλιά, μια και δεν μπορεί να του εξηγήσει την αλλόκοτη συμπεριφορά της και τις προθέσεις της, και πέφτει θύμα συκοφαντιών που υποβάλλονται από τον αρχιεπίσκοπο – η νέα θρησκεία ίσως εναντίον των τελετουργιών της παλιάς – η Ελίζα θεωρείται μάγισσα, χωρίς να μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της.
Η σιωπή, η βωβότης, ίσως θυμίζουν την ιστορία της Μικρής Γοργόνας, αγαπημένη ιστορία και αυτή του Άντερσεν όπου το παραμυθένιο πλάσμα της θάλασσας δεν μπορεί επίσης να υπερασπιστεί τον εαυτό του, δεν μπορεί να αναγνωριστεί από τον αγαπημένο της.
Η βουβή Ελίζα όμως είναι υφάντρα αυτό που κάνει θυμίζει τα έργα μιας άλλης βουβή υφάντρα της Ελληνικής Μυθολογίας αυτή τη φορά, της Πρόκνης, που με κομμένη τη γλώσσα από τον σύζυγο, ύφαινε τα αποτρόπαια έργα του στο πανί της, στο μύθο της Πρόκνης και της Αηδόνας…
Λέγεται ότι η υφαντική είναι το συμβολικό αντίστοιχο της αφήγησης, να θυμίσουμε την ομοιότητα την ετυμολογική text – textus για το ύφασμα και το κείμενο, το ύφος (της γραφής) το υφάδι…Αυτή η παρατήρηση παρακινεί στον να δούμε πόσο το θέμα της ύφανσης και του κειμένου – του βιβλίου είναι σημαίνοντα στην ιστορία. 

Η βουβή Ελίζα υφαίνει, γιατί έχει να πει μια ιστορία αγάπης… Για τον κάθε αδελφό χωριστά, μια ιστορία που θα τους ενώσει όλους μαζί, θα τους δικαιώσει. Να θυμίσουμε επίσης μια σκηνή τη νύχτα στον βράχο- κάθε βράδυ οι κύκνοι μεταμορφώνονταν σε ανθρώπους και έπρεπε απεγνωσμένα να ανακαλύψουν μια στεριά, όσο μικρή και να ήταν για να ακουμπήσουν και να περάσουν τη νύχτα – όπου σε μια τόσο δα μικρή επιφάνεια, σαν κουβάρι πλεγμένοι, χέρι χέρι, σφιχτά σφιχτά, κρατιούνταν υπομονετικά περιμένοντας να ξημερώσει. Η βουβή Ελίζα υφαίνει για να ανταποδώσει το δίχτυ που ύφαναν τα αδέλφια της, από κλαδιά ιτιάς και βούρλα, για να την μεταφέρουν μαζί τους.
Η ύφανση, το πλέξιμο, το δέσιμο και η αγάπη…αλλά και το βιβλίο, η αλήθεια…
Αυτό που το ψεύδος και η συκοφαντία έχουν εξαφανίσει και πρέπει να υπάρξει η αφήγηση – η ύφανση για να αποκαλυφθεί.
Το πόσο σημαντικό είναι το βιβλίο για το παραμύθι, το διαβάζουμε από την αρχή της ιστορίας, στην αγγλική μετάφραση της έκδοσης του 1838 (*) όπου περιγράφονται τα βασιλόπουλα, «όμορφα, με ένα αστέρι στο στήθος και ένα σπαθί στο πλευρό τους. Έγραφαν με διαμαντένια μολύβια και χρυσές πλάκες και μάθαιναν τόσο καλά τα μαθήματά τους που όλοι καταλάβαιναν ότι ήταν πρίγκιπες»
Ίσως διδακτικό για τα παιδιά της εποχής αυτό το παράθεμα, αλλά δεν παύει να προβάλει την αξία της ανάγνωσης και της γραφής, του βιβλίου. Η ίδια η Ελίζα έχει ένα βιβλίο με ζωγραφιές: «Η αδελφή τους η Ελίζα καθόταν σε ένα σκαμνί από καθαρό γυαλί και είχε ένα βιβλίο με εικόνες που στοίχιζε όσο το μισό βασίλειο»
Όπως και στην ιστορία με το αηδόνι του αυτοκράτορα, το βιβλίο έχει μεγάλη αξία, είναι αυτοκρατορικό δώρο, εδώ το βιβλίο με εικόνες της Ελίζας έχει τόση αξία, όσο το μισό βασίλειο.
Και αυτό δεν σταματά εδώ. Να θυμίσουμε το όνειρο με το βιβλίο που βλέπει η Ελίζα στο δάσος, όταν αναζητά τα ίχνη από τα αδέλφια της. Τους βλέπει όπως όταν ήταν μικροί να στέκονται με το μολύβι τους και την πλάκα τους και να γράφουν. Αλλά αυτά που έγραφαν, δεν ήταν γράμματα και λέξεις, αλλά τα όμορφα κατορθώματά τους. Και όλα τα μέρη στα οποία είχαν περιηγηθεί και τα είχαν δει.
Και το βιβλίο των εικόνων ήταν εκεί και είχε ζωντανέψει και τα πουλιά κελαηδούσαν, και εικόνες έβγαιναν έξω από το βιβλίο και άνθρωποι που μιλούσαν στην Ελίζα – στο όνειρο – και μετά έκλεινε το βιβλίο και όλα γίνονταν όπως πριν.



Δεν μπορεί λοιπόν κανείς να παραβλέψει αυτή τη σκηνή, αυτή την αναφορά στο βιβλίο, στην αφήγηση. Τα αδέλφια έχουν παραγνωριστεί από τη μητριά, τα αδέλφια έχουν αξία, τα αδέλφια έχουν την ιστορία τους να αφηγηθούν και δεν το μπορούν ως κύκνοι. Αυτό θα το κάνει η αδελφή τους, που θα υφάνει το βιβλίο των χιτώνων, το βιβλίο της τσουκνίδας, το βιβλίο της αγάπης. Το ζωντανό βιβλίο που μιλά και που του χαρίζει τη φωνή της όσο υφαίνει, επειδή εκείνη κρατά με υπομονή και μαρτυρική αγάπη την υπόσχεση της σιωπής.


Η ιστορία του ζωντανού βιβλίου, χωρίς γράμματα, χωρίς λέξεις, μετασχηματίζεται χάρη στη βωβότητα - θυσιάζοντας δηλαδή την ομιλία -  σε κείμενο, σε αφήγηση στη μνημείωση που επιτελεί ο γραπτός λόγος.

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Μάρτιος 2013

Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Διαδρομές, καλοκαίρι 2013, τεύχος 110 μαζί με άλλα δυο κείμενά μου σχετικά με δυο άλλα παραμύθια του Άντερσεν: "Η μακρά επώαση του κύκνου στο ασχημόπαπο" και "Τα βιβλία του Αηδονιού στο παραμύθι το αηδόνι του αυτοκράτορα"
Στις σελίδες 74 - 81 εδώ: https://issuu.com/psichogiosbooks/docs/t.110_print/1?e=0


(*) εδώ: http://hca.gilead.org.il/wild_swa.html
Εικόνες: το ημερολόγιο – πλεκτή φωλιά της Liza Jurist, από εδώ:Οι Άγριοι Κύκνοι του Άντερσεν: υφαίνοντας το βιβλίο των χιτώνων, το βιβλίο της αγάπης
Κολλάζ με φτερά σε βιβλίο της ιδίας:http://lisasarsfield.blogspot.gr/2009_09_01_archive.html

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Αυτές τις μέρες βλέπω τον πατέρα μου στο δρόμο


Αυτές τις μέρες βλέπω τον πατέρα μου στο δρόμο. Προχτές ερχόταν από μακριά προς το σπίτι μου με τον χαρακτηριστικό του βήμα – όσοι τον ήξεραν μου λένε πως περπατώ κι εγώ κάπως με τον ίδιο τρόπο – μου φάνηκε ότι φορούσε τη μπλε ζακέτα που του είχαμε πάρει για τη γιορτή του, το ίδιο γκρι παντελόνι – όλα τα παντελόνια του ήταν γκρι ούτως ή άλλως, και συνέχιζε να έρχεται προς το μέρος μου…
Είπα μέσα μου εκείνη τη στιγμή, πώς γίνεται, όλα είναι μια ψευδαίσθηση, δεκατρία τόσα χρόνια που νομίζω ότι πέθανε ήταν λάθος…Όσα συνέβησαν στο διάστημα αυτό δεν συνέβησαν.
Ο θάνατος δεν συνέβη…
Τώρα θα τα πούμε, θα μου εξηγήσει τι έγινε, ποιος μας έπαιξε αυτό το παιχνίδι…

Όσο πλησίαζε όλο και περισσότερο βεβαιωνόμουν. Τα μαλλιά, το χτένισμα, το μουστάκι, οι κινήσεις των χεριών. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά και περίμενα να πλησιάσει. Φτάσαμε πολύ κοντά και τον κοίταξα επίμονα, ανυπόμονα. Εκείνος κοιτούσε μπροστά, σαν να μη με ξέρει και έκανα πίσω γιατί υπήρχε κάτι στην ομοιότητα που με διέψευδε. Το πρόσωπό του ήταν όμοιο αλλά σαν να το έχει φτιάξει κάποιος με τα ίδια υλικά, με τα ίδια χαρακτηριστικά, την ίδια έκφραση αλλά κάπως αλλιώς…Σαν να είχε βάλει το χέρι του ένας γλύπτης και να τέντωσε, να τράβηξε λίγο τα χαρακτηριστικά έτσι που να είναι αλλά και να μην είναι αυτά που θυμόμουν…Είχαν πάνω τους μια ξενότητα, που με έκαναν να μην του μιλήσω. Πέρασε από μπροστά μου, με κοίταξε, έριξε μια ματιά στο σπίτι και μετά τράβηξε το βήμα του και χάθηκε από το δρόμο…

Την άλλη φορά τον είδα την ώρα που έβγαινα από το σουπερμάρκετ. Κεραυνοβολήθηκα! Ήταν όπως φαντάζομαι θα πρέπει να είναι τώρα ο πατέρας μου από την τελευταία φορά που τον είδα ζωντανό. Φορούσε ένα μπερέ – κάτι που δεν συνήθιζε ποτέ – και το πρόσωπό του ήταν κάπως πρησμένο. Καταβεβλημένος από τα χρόνια, χλωμός...Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει περισσότερο και φορούσε γυαλιά…Τον κοίταζα και αναρωτιόμουν αν θα με αναγνωρίσει αυτή τη φορά..
Μια γυναίκα στην ηλικία μου τον έπιασε από το χέρι και μπήκαν μαζί σε ένα αυτοκίνητο…

Την επόμενη φορά θα τον δω να κάθεται απέναντί μου στο μετρό και θα είναι νεότερος. Όπως τότε που πηγαίναμε οι δυο μας στις πρωινές παραστάσεις του σινεάκ και έβγαινε τρέχοντας στα διαλείμματα για να καπνίσει και μου έλεγε πως πρέπει να περιμένω να πήξει το μυαλό μου για να διαβάσω Ιούλιο Βερν και για χρόνια κουνούσα το κεφάλι μου απότομα δεξιά αριστερά για να βεβαιωθώ αν έπηξε…
Αυτή τη φορά δεν θα μου ξεφύγει. Θα μιλήσουμε. Θα έχω περισσότερο θάρρος. Ούτως ή άλλως τώρα τον έχω ξεπεράσει στα χρόνια και θα μιλήσουμε πολύ μέχρι να κατέβει στην επόμενη στάση…

Πόλυ Χατζημανωλάκη
14.04 2011

Φωτό: Louise Weinberg, Haunting tribute to Joseph Cornell

Aναδημοσίευση από τις Πινακίδες από κερί: http://waxtablets.blogspot.gr/2011/04/blog-post.html


Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Η βωβότητα των εικόνων. Αφορισμοί



1.      Να τη στη γωνία η σιωπή. Καθιστή σε μια καρέκλα.  Ένα ποτήρι νερό για τη δίψα της και υπομονή που θα την προσφέρεις σαν ψωμί. 







2.      Το κέλυφος του ξερού σαλιγκαριού, η μικρή τρύπια μεμβράνη που ξεκολλά από το κλαδί  μια μελαγχολική αμφιβολία για την μετά θάνατον ζωή. Αποκλείει και ταυτόχρονα υποβάλλει την αλληγορία.






3.      Η υπόσχεση ενός σφριγηλού καρπού, σαν γροθιά εκεί που τελειώνει η ζωή ενός κρίνου.  Eυαγγελισμός.


..





4.      Ένα ποίημα με την πλάτη στον τοίχο. Μαγική επωδός στο σκοτάδι.






5.      Το ημιτελές μαγικό κτίσμα του Κάφκα – ένα πλεκτό κουκούλι – από τη στιγμή που αποσύρεσαι συναινείς στην μεταμόρφωση και αυτά που θα συμβούν μετά το όριο. Η εμφάνιση του νυμφίου. Απών ή παρών αλλιώς για τον καθένα. Μια γαμήλια πτήση κάποτε.





6.      Οι επάλληλοι κύκλοι του νερού, μια εικόνα που απλώνεται και έξω από τη λίμνη.  Επ’  άπειρον. Όσο αναπνέεις ρυθμικά συντηρείται.


..





7.      Το συμβολικό νόημα στην εικόνα. Μια στιγμιαία αναχώρηση που σου χαρίζεται. Φεύγεις, ξεχνάς και αναζητάς από την αρχή κάτι νέο. Ίσως αυτή τη φορά. Κάθε φορά. Στιγμιότυπα ξενότητας.




8.      Ο φωτογράφος συλλέκτης ιδανικών στιγμών. Μια μέλισσα. Συντονίζεται βαθμιαία στο 1 προς 24. Δεν μπορεί να δει πια κινηματογράφο.





9.      Υπερηχητική  ταχύτητα διαφράγματος. Ο καταρράκτης είναι ένα γλυπτό από σταγόνες. Πίσω από την αυλαία. Η επίγνωση της σκηνοθεσίας.


..




10.  Μέσα από το φακό μαθαίνω την μαγική τέχνη της κωφότητας.






11. Kεφαλή του λιονταριού ένα ρόπτρο. Κρούετε και ανοιγήσεται υμίν.    Ο ήλιος ανατέλλει για όλους έξω από τις εξώπορτες.




12.  Η σαγηνευτική απλότητα των αγκαθιών.




13. Το θαύμα της μεγέθυνσης όταν κόβεις με το ψαλίδι φύλλα  διφυοσυλλαβών. Αόρατοι βλαστοί στον κήπο των θαυμάτων. Τριαντάφυλλα στο σπήλαιο των ιδεών.





14.   Η ιδεογραμματική γραφή στην καρδιά του άγριου σκόρδου.





15.   Η έλικα, η σταγόνα, η διακλάδωση, η αναδίπλωση, η περιέλιξη. Mε σχήματα το άγνωστο διαφεύγει





16.  Οι δυνατότητες των μορφών ή ο μέλλων χρόνος όταν περιέχεται στο παρόν. Μια παρτιτούρα για τα κουαρτέτα του Έλιοτ βλασταίνει εκεί που περπατώ.



17. Νεαρός ανθός και ανθοφόροι οφθαλμοί της ροδοδάφνης. Εκτυφλωτική τροπή της πόρευσης της φύσης. Τα ισοδύναμα στα νέφη. Η αισιοδοξία της μεταφοράς.










18, Μαργαρίτα: η αιωνιότητα του σχήματος του πυρήνα ενώ επέρχεται ο κύκλος της φθοράς. Αναγνωρίζοντας την ακολουθία Φιμπονάτσι αναπτύσσεις την  ροπή προς το μυστικισμό που σου αναλογεί.


..



 19.Στην καρδιά της άγριας τριανταφυλλιάς ένα μυρμηγκάκι. Πιάστηκα κι εγώ να την ακούω να χτυπά.





Πόλυ Χατζημανωλάκη, Ioύνιος 2016

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Το αόρατο νήμα του Chesterton, το λευκό ρόδο του Δάντη, η αιωνιότητα κι εγώ.

"To λευκό ρόδο του Δάντη" του William Blake
Θυμάμαι πώς αποκαταστάθηκε στα νιάτα μου η εκτίμηση προς τον Chesterton, που μου ήταν γνωστός τότε από τις περιπέτειες του πατρός Μπράουν. Δεν τις είχα εκτιμήσει, φανατική λάτρης του Σέρλοκ Χολμς και της χειραφέτησης από το μυστήριο που ενέπνεε η μελέτη των «σημείων». Η λάσπη στην αριστερή πλευρά του παντελονιού, η κιτρινίλα στο μουστάκι, μια σκλήρυνση του δέρματος στα δάχτυλα και να πώς αποκαλυπτόταν μια ολόκληρη ζωή και οι συνήθειές της, οι εμμονές της σε βάθος χρόνου να οδηγούν εν τέλει τον χαρισματικό κοκαϊνομανή ντετέκτιβ σε ταχυδακτυλουργικές αποκαλύψεις. Πού να σταθεί μπροστά του ο αδέξιος πατήρ Μπράουν, που δεν μπορούσε καλά καλά να κρατήσει τη χιλιομπαλωμένη ομπρέλα του αγνοώντας τα στοιχεία που ήταν μπροστά του και επιστρατεύοντας τους ιδιόμορφους συνειρμούς του, αυτογελιοποιούμενος ίσως προς στιγμήν, ταπεινός κατά μίμησιν του Κυρίου του, αλλά νικηφόρος στο τέλος. Ωστόσο, ίσως επειδή τον είχα πρωτοδιαβάσει σε ελληνική μετάφραση – δεν φταίει μόνο αυτό αλλά σίγουρα κάπως χαλάρωνε μερικά κλικ στυλιστικά το κείμενο  ενώ αυτό δεν συνέβαινε με τον Κόναν Ντόιλ – πάντως τον θεωρούσα κάπως λιγότερο. Έτσι, χρειάστηκε η μεταστροφή του Evelyn Waugh στον καθολικισμό και η συζήτηση του Τσαρλς Ράιντερ κατά την Επιστοφή στο Μπράιτσχεντ με ένα από τα μέλη της οικογένειας Μάρτσμαιην, νομίζω τη λαίδη Μάρτσμαιην αλλά ίσως ήταν και με την νεαρή τότε Κορτντήλια για να συναντήσω ξανά ένα παράθεμα από τον Chesterton, οι σημειώσεις λένε ότι πρόκειται για τον The queer feet, τα αλλόκοτα πόδια ίσως σε μετάφραση όπου γίνεται η αναφορά στο αόρατο νήμα που εν τέλει τον κρατά και μπορεί με ένα τράβηγμα να τον φέρει – για τον άσωτο υιό η μεταφορά – πίσω σαν την πετονιά του ψαρέματος φαντάζομαι αλλά εδώ μιλάμε για την άκρη του κόσμου και φυσικά  για την θρησκευτική πίστη. 

Δεν χρειαζόμουν και πολύ περισσότερο για να γοητευτώ με αυτήν την λόγια φιλοξενία των λόγων ενός συγγραφέα αστυνομικών κατά την άποψή μου μυθιστορημάτων στις σελίδες ενός άλλου που με είχε μαγέψει τότε. Είναι ματαιόδοξο που το αναφέρω, αλλά τη σκηνή με το αόρατο νήμα του Τσέστερτον το αναφέρω με συγγραφικό γλυκασμό στις Μέλισσες του Κάλβου (μου) και αυτό ημερολογιακά βεβαιώνει το χρονικό μιας γοητείας.  Ωστόσο, δεν είναι αυτός ο λόγος αυτού του  μικρού εξομολογητικού κειμένου.  Ούτε πιστεύω πως είμαι σε θέση να αποκαταστήσω – σε ποιον άλλωστε; - ήδη εδώ και δέκα χρόνια οι μεταφράσεις του Τσέστερτον κυκλοφορούσαν «σκοτωμένες» στις προσφορές δεν έχω κοιτάξει αν έχει γίνει κάποια επανέκδοση. Τι να πρωτοπρολάβεις. Ωστόσο ο Chesterton ήταν προσωπικός φίλος του Όσκαρ Γουάιλντ και του Μπέρναντ Σω και έπαιζε με την παράδοση του Ντίκενς δημοσιογραφώντας, γράφοντας δοκίμια για την ποίηση και την θρησκευτική (του) πίστη και φυσικά τις περιπέτειες του Πατρός Μπράουν, αστυνομικές, αλληγορικές ίσως αλλά παραγνωρισμένες, το εφήμερο απέναντι στην αιωνιότητα, μια κερδισμένη αιωνιότητα είναι ωστόσο το αόρατο νήμα του μου γάντζωσε στις σελίδες άλλου συγγραφέα ακόμα κι εμένα τόσα χρόνια μετά. 
Τα σκέφτηκα όλα αυτά αυτό τον καιρό που περπατώ με τη μικρή μου φωτογραφική στην τσέπη, σε επάλληλους κύκλους στην ίδια γειτονιά,  δεν σκέφτηκα είναι αλήθεια κανένα νήμα, ούτε μίτο, ούτε φοβάμαι πως θα χαθώ, παρατηρώντας τα άνθη  και τους κήπους των άλλων, φωτογραφίζοντας σπάνια ρόδα να γερνούν, πικρούς ολέανδρους στην ακμή τους, άρρωστες τριανταφυλλιές ακόμα, μαθαίνοντας για τον κήπο της Καλυψώς και τις μυρωδάτες θούγιες και τον ανθό τους. Σήμερα μια χελώνα μου κρυβόταν σε μια δεξαμενή ενός κήπου – δεν έβγαζε το κεφάλι  να αναπνεύσει – για να μην την απεικονίσω έφυγα και την άφησα στην ησυχία της. Η μαγική serendipity χτες το βράδυ με έκανε πάλι να θυμηθώ τον Chesterton και τα μπουμπούκια των ρόδων που συναντούν στο δρόμο τους  οι λυπημένοι άνθρωποι.  Κάπου έγραφε για τη φιλοσοφία του Carpe diem, και ότι αυτή αφορά τους λυπημένους ανθρώπους που κοιτούν τα άνθη και τα μικρά ρόδα της στιγμής – όπως προτείνει ο Όσκαρ Γουάιλντ. Ο ίδιος προτείνει το λευκό ρόδο της αθανασίας που είδε ο Δάντης στον Παράδεισο.  Το έψαξα και αυτό και ευτυχώς βρήκα στη βιβλιοθήκη μου τη μετάφραση – δεν έχω καλύτερη – του Καζαντζάκη της Θείας Κωμωδίας που με δυσκολεύει να την παρακολουθήσω, πολύ ιδιοσυγκρασική αλλά είπαμε.  Βρήκα ωστόσο στο Κάντο 31 τη σκηνή με το όραμα του λευκού ρόδου και γύρω σαν μέλισσες οι άγγελοι πετούν. Ένα όραμα της αιωνιότητας.  

Και κάπου κατάλαβα τι να σημαίνουν όλα αυτά. Πώς από εκεί που είναι – πού να είναι άραγε; - ένας άνθρωπος, πόσα χρόνια μετά το θάνατό του κρατά ένα αόρατο νήμα, με κρατά, με σκουντά, με βλέπει. Και γύρισα και τον κοίταξα και δάκρυσα, τον ένιωσα πιστέψτε με.