Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Survivor…διότι ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς εἶχον μπουλούκια, ἦσαν σχεδὸν πολεμάρχαι.




Κοίτα να δεις που έχω ψωνίσει από το φούρνο του Ντάνου και έβαζα βενζίνη από την ECO στον δρόμο που συνδέει την Σκιάθο με τις Κουκουναριές. Δυστυχώς δεν άντεξα να δω πάνω από δυο λεπτά κανένα επεισόδιο του Survivor γιατί ένιωθα μια φρικτή βαρεμάρα για τα τεκταινόμενα. Μια φορά μάλιστα που πέρασα από εκεί με το τελεκοντρόλ είδα να σηκώνει κάποιος το καπάκι ενός δίσκου και να δείχνει ένα χάμπουργκερ από τα Goodies, σαν να πρόκειται για τον πολυτιμότερο θησαυρό του κόσμου και συνειδητοποίησα ότι δεν έκανε κανείς πλάκα, ότι όλη αυτήν την ιστορία την έπαιρναν στα σοβαρά.
Οι εικόνες των ηλιοκαμένων, ρωμαλέων, αθλητικών ηρώων – η εμφάνιση πράγματι σε προδιέθετε για κάτι εξωτικό, ονειρεμένο – Χάρισον Φόρντ στα ίχνη της χαμένης κιβωτού και βάλε, το διακύβευμα όμως σε προσγείωνε  αναντίστοιχα, όχι βέβαια το έπαθλο από ότι κατάλαβα στο τέλος. Τα ριάλιτι σόου όμως και ο μεγάλος αδελφός είχαν μπει από δεκαετίες στη ζωή μας και από τις κλειστές βίλλες στα Μεσόγεια της Αττικής μεταφέρθηκαν ήταν καιρός φαίνεται και στις εξωτικές παραλίες του Άγιου Δομίνικου. Στο « Ο αριθμός 11» ο Jonathan Coe αφιερώνει πολλές σελίδες στα πάθη μιας ηρωίδας που μπλέκεται στα γρανάζια ενός τέτοιου ριάλιτι και την καταστροφή της ιδιωτικής της ζωής μετά. 


Τι πάθος, τι συγκίνηση, τι δάκρυ, τι αίσθημα για μια τυρόπιττα, τι μίσος, τι αγάπη, τι πλήθος οπαδών. Το συμπάθησα πολύ βέβαια  το παλικάρι που κέρδισε. Το έβλεπα σε ένα βιντεάκι με την τελετή λήξης και ξεχνούσα το διακύβευμα. Θρησκευτική πίστη, ομορφιά, παράστημα, απλότητα, και ήταν από την Σκιάθο – εκεί μπερδεύτηκα, χτύπημα κάτω από τη μέση.

Άκου Σκιάθο… και δάσκαλος Σκι και Τάε Κβον Ντο το χειμώνα. Με ποιον ήρωα Παπαδιαμαντικού διηγήματος να μοιάζει ο Ντάνος; Γιατί οπωσδήποτε κάποιος πρόγονός του, θα είχε εμπνεύσει τον κυρ Αλέξανδρο. Ο συνέταιρός του στο βενζινάδικο λέγεται Παναγιώτης Μυγδαλάκης και θα ήταν πιθανότατα συγγενής του Ιωάννη Μυγδαλάκη που παντρεύτηκε τη Μαρία το Πετρί στο Αγάπη στον κρεμνό. Φωτογραφίες τους είχα δει στο Μουσείο Παπαδιαμάντη. Τόσες αρετές που θυμίζει το Νίκο, τον ναυτικό στο Καμίνι, αυτόν που χάρισε το Κοχύλι με την θεσπέσια μουσική στην Τσούλα, την ηρωίδα και την έσωσε με μεταξωτή ανεμόσκαλα. Μοιάζει και με τον Μαθιό λίγο στην νοσταλγό, έτσι που τον περιγράφει το διήγημα να φαίνεται μεγαλύτερος από την ηλικία του μὲ τοὺς πυκνοὺς ἤδη
ἰούλους τοῦ καστανοῦ γενείου καὶ τοῦ μύστακος.
Και βέβαια όλη η κομπανία των μαχητών θυμίζει τις μάχες για το σταυρό στα Φώτα, τις συγκρούσεις και τα ατυχήματα όπως περιγράφονται στον Σημαδιακό με τις ομάδες των μαγκών.
Δύο ἦσαν οἱ ἥρωες τῆς ἡμέρας· ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς. Οὗτοι διηγωνίζοντο κατ᾽ ἔτος περὶ τοῦ γέρατος.
Καὶ ἔφερον πασίδηλα τὰ ἴχνη τῆς μακροετοῦς ταύτης πάλης. Ὁ μὲν Φτίκας εἶχεν ἑπτὰ δακτύλους εἰς τὰς δύο χεῖράς του, ὁ δὲ Σοροκᾶς ἕνα ὀφθαλμὸν ὀλιγώτερον τῶν πολλῶν ἀνθρώπων.
Δωδεκὰς λέμβων ἵστατο πλησίον τῆς ἀποβάθρας. Αὗται περιεῖχον τὸ πλήρωμα τῶν δύο μπουλουκίων· διότι ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς εἶχον μπουλούκια, ἦσαν σχεδὸν πολεμάρχαι.

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

«Ἡ καρδιά μου εἶναι στὰ Ψηλώματα, ἡ καρδιά μου δὲν εἶν᾽ ἐδῶ

H Ναν Σέφερντ σε νεαρή ηλικία


                                                ...καὶ ἐνθυμούμην κάποτε τὸν στίχον τοῦ Σκώτου ἀοιδοῦ: 
«Ἡ καρδιά μου εἶναι στὰ Ψηλώματα, ἡ καρδιά μου δὲν εἶν᾽ ἐδῶ»
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, "Αμαρτίας φάντασμα" 


Χτες το βράδυ έπαιξα λίγο με τη δυνατότητα να κατεβάσω δωρεάν – το pdf – από το πόνημα της σπουδαίας αλλά όχι τόσο γνωστής Σκωτζέζας ποιήτριας της Ναν Σέφερντ. Ούτε στην Μεγάλη Βρετανία είναι ιδιαίτερα γνωστή παρά το ότι δίδασκε σε ένα κολέγιο  του Αμπερντήν - είχε αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο του Αμπερντήν  το οποίο αποφάσισε κάποια στιγμή να εκδώσει το 1977  το στοχαστικό της κείμενο – “the living mountain” –  εκατό σελιδούλες όλες κι όλες, σαράντα χρόνια μετά που το έγραψε και το κρατούσε στο συρτάρι της. Η Σέφερντ έζησε άλλα τέσσερα χρόνια, πέθανε δηλαδή το 1981 και ακόμα και τότε συνέχισε τις ορειβασίες στα όρη Cairngorms.
Το βιβλίο από την αφάνεια έγινε αίφνης διάσημο και τούτο όταν το ανακάλυψε ο Ρόμπερτ Μακφάρλαν εταίρος του Εμμάνιουελ Κόλετζ του Καίμπριτζ και της Βασιλικής Εταιρείας Λογοτεχνίας, πεζοπόρος, ορειβάτης ο ίδιος που τον βρήκα χάρη σε μια ομιλία του για τον Sebald και έκτοτε τον παρακολουθώ με προσοχή, σεβασμό και θαυμασμό σε κείμενα και παρεμβάσεις, ομιλίες στο youtube στην αρχή και κατόπιν στο twitter.
Ο Ρόμπερτ Μακ Φάρλαν στα ίχνη της Ναν Σέφερντ - στα Cairngorms
Ο Μακφάρλαν λοιπόν λέει πως το γεγονός ότι ανακάλυψε την Σέφερντ του άλλαξε τη ζωή. Ο τρόπος της να περιδιαβαίνει τα βουνά, χωρίς σκοπό, σαν το βουνό να είναι σύντροφος θα το έλεγα εγώ γυναικείος τρόπος, χωρίς στόχο να φτάσει στην κορυφή. Η Σέφερντ «ζούσε» στο βουνό και έγραφε για μια σωματική εμπειρία της ορειβασίας. Η διαφορά της από τους άλλους ήταν αυτό το σωματικό, το μη-  εγκεφαλικό που είχε στο πώς περιέγραφε την εμπειρία της αλλά και τους στοχασμούς της.


Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι από τη μια το φράγμα της γλώσσας, όχι επειδή πρόκειται για τα αγγλικά αλλά γιατί η εμπειρία του βουνού οδηγεί τη γλώσσα σε άλλα όρια που συνδέονται με αυτά τα ξεχωριστά που νιώθουν οι ορειβάτες, αυτοί που μοχθούν, που τους καίει ο ήλιος το πρόσωπο, που βγάζουν φουσκάλες και αντέχουν τον πόνο, που τους κόβεται η αναπνοή – πολλά από αυτά έχω οριακά νιώσει κυρίως όμως έχω  ακούσει τον Μακφάρλαν παλιά να αφηγείται και που ο ξένος με το βουνό αnaγνώστης μεταλαμβάνει, δεν ξέρω πόσο μπορεί να το καταφέρει όμως, αν δεν έχει την ανάλογη εμπειρία.
Ωστόσο αυτό  είναι ο εξανθρωπισμός. Να οικειωθούμε λίγο, έστω με τη φαντασία μας την εμπειρία του άλλου…

Ξέρω ότι στο τέλος θα το παραγγείλω το βιβλίο.




Απλά μέχρι τότε παρατείνω την προσμονή και σκέπτομαι άλλα, ανάλογα δικά μας που έχω διαβάσει, τις μακρές πεζοπορίες του Αλ. Παπαδιαμάντη για την Πεποικιλμένη, ή της Χαδούλας που έτρεχε άνω κάτω στα κατσάβραχα κυνηγημένη, ή άλλες εμπειρίες ποιητών δικών μας, προσφάτως στο Λιθοξόο του Μανόλη Πρατικάκη βρήκα ένα προσωπικό χρονικό εκπληκτικής σχέσης και απεικόνισης ενός κοσμικού οράματος στη νήσο Χρυσή, στο έρημο Γαϊδουρονήσι νότια της Κρήτης, ή η εμπειρία με τον αετό του Λουκά Κούσουλα στον Παρνασσό που θυμίζει τον αετό που είδε ο Μακφάρλαν στα Cairngorms. Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας και αυτό που έχει σημασία είναι η ψυχή του ανθρώπου τελικά, με ποιους τρόπους βρίσκει το διπλό της έξω στην φύση στον κόσμο και πώς ασκείται η γλώσσα, πώς σμιλεύεται για να δίνει λέξεις, λέξεις ιδιαίτερες να αντηχούν αυτόν τον θαυμασμό της αναγνώρισης που είναι η ποίηση…  

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Ο ήχος του χορταριού που μεγαλώνει, η άλλη άκρη της σιωπής και ένας Sebald με χιούμορ (ποιος ήταν ο πιτσιρίκος με τα ξανθά μαλλιά στο εξώφυλλο του Άουστερλιτς)


Έχω ένα φάκελο στον υπολογιστή μου που κρατώ τα κείμενα του James Wood. Είχα διαβάσει κάποτε κάτι που έγραψε για τον Sebald και από τότε όποτε βρω κάτι δικό του αποθηκεύω για το μέλλον έχοντας εμπιστοσύνη στην κρίση του και προσδοκώντας τις ηδονές που ένα διαυγές πνεύμα κριτικού μπορεί να προσφέρει στον αναγνώστη, οδηγώντας τον σε νέους και γνωστούς δρόμους όταν πρόκειται για αγαπημένο συγγραφέα.
Δεν πρόσεξα ότι το πρόσφατο κείμενο που κυκλοφορούσε στο Νew Yorker ήταν δικό του, αυτό όπου εμφανίζεται υποτίθεται μια άλλη πλευρά του Sebald αυτή του “humorist”. Eγκατέλειψα μετά την πρώτη παράγραφο κάπως εκνευρισμένη μια και τραβούσε από τα μαλλιά την ιδέα του χιούμορ, του αυτονόητου κατά την άποψή μου ζεμπαλντικού φλέγματος, προσπαθώντας να βγάλει από τη μύγα ξίγκι… σήμερα αποφάσισα, επειδή είδα ότι ήταν ο James Wood αυτός που το έγραψε, μου το έστειλε και η καλή μου φίλη Χρύσα στο μέηλ μια και εκείνη είναι βαθιά χωμένη στις επιμέλειες – ανάμεσα σε αυτές και του δικού μου πονήματος – και δεν προλαβαίνει να το διαβάσω τουλάχιστον εγώ…
Αφού ξεπέρασα τις πρώτες παραγράφους που προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τον τίτλο, διαπίστωσα ότι το δοκίμιο εξελίχθηκε σε ένα αξιοπρεπέστατο κείμενο για τον Sebald και την ερημία όπως την προσλαμβάνει και την επιβάλλει με το βλέμμα του παντού, μια όμορφη αναφορά στον Ρολάν Μπάρτ και τις ιδέες του για τη φωτογραφία αλλά κυρίως ένα εύρημα για εμάς του Sebaldικούς, ποιος ήταν δηλαδή ο πιτσιρίκος με τα ξανθά μαλλιά, ο Άουστερλιτς σε παιδική ηλικία, που προβλημάτισε πολλούς μια και ο Άουστερλιτς είναι μυθιστορηματικός ήρωας και ο πιτσιρίκος πραγματικός. Μέχρι και την ιδέα ότι ο μικρούλης ήταν ο ίδιος ο Sebald είχε σκεφτεί η Ολβία όταν διάβασε το βιβλίο στα ελληνικά μετά από δική μου προτροπή να γνωρίσει το Sebald. Όχι λοιπόν, ο μικρούλης είναι «ο κανένας», μια καρτ ποστάλ που βρήκε ο Wood στο αρχείο του συγγραφέως, αποκαλύπτει το γεγονός. Stockbridge, 30p – «Μια τοποθεσία και μια τιμή και τίποτε άλλο», στο πίσω μέρος…
Πριν κλείσω αυτό το μικρό σημείωμα αναφέροντας τον εναλλακτικό τίτλο του άρθρου, δεν μπορώ να αποφύγω το συνειρμό για την σιωπή που κάνει ο Sebald αλλά και ο Wood: «Πρέπει να πάμε εκεί», γράφει ο Sebald, στο παρελθόν, να βρούμε τόπους και ανθρώπους που έχουν κάποια σχέση με μας, στην άλλη άκρη του χρόνου τρόπον τινα»
Και συμπληρώνει ο Wood ανακαλώντας ένα περίφημο απόσπασμα από το «Middlemarch» της George Eliot, όπου λέει ότι αν ήμασταν αλήθεια ανοιχτοί στον πόνο του κόσμου θα ήταν σαν να ακούγαμε το γρασίδι να μεγαλώνει και την καρδιά του σκίουρου να χτυπά και θα πεθαίναμε από αυτό το βουητό που ακούγεται στην άλλη άκρη της σιωπής. Και καταλήγει μιλώντας πάλι για τον Sebald που επισκέφτηκε την άλλη άκρη του χρόνου, την άλλη άκρη της σιωπής.
«Η άλλη άκρη της σιωπής» είναι ο τίτλος που επελέγη για την επανεμφάνιση του κειμένου στην εφημερίδα στις 12 Ιουνίου και δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί ο καλοπροαίρετος αναγνώστης γιατί συνέβη το πρώτο ολίσθημα; Ποιος είχε την ιδέα; Ο συγγραφέας του άρθρου ή το περιοδικό; Υποθέτω ένας πιασάρικος Sebald θα τραβούσε περισσότερους αναγνώστες, αφού ο αυθεντικός Sebald εννοείται δεν πουλάει ως έχει παρά το ότι είναι διάσημος Θυμάμαι ότι τους Ξεριζωμένους, που κατά τον Wood και ίσως και τον Sebald είναι το καλύτερο βιβλίο του, τον είχα αγοράσει 4 ευρώ σκοτωμένο από τις προσφορές τις Πολιτείας.

ΥΓ Το "χαρχάλεμα" τον ήχο του χορταριού που μεγαλώνει τον έχει περιγράψει και ο Λέον Τολστόι στην Άννα Καρένινα:
“Σε στιγμές απόλυτης ησυχίας ακουγότανε το χαρχάλεμα των περσινών φύλλων που αναδεύονταν καθως έλιωνε το χώμα και φύτρωνε το χορτάρι...
Για δες εκεί! Μπορείς να ακούσεις και να δεις πώς φυτρώνει το χορτάρι! Ειπε μέσα του ο Λεβιν παρατηρώντας ένα υγρό φύλλο λεύκας που αναδεύτηκε σπρωγμένο από μια λόγχη χόρτου που ξεμυτισε εκείνη την ώρα...” 


Το κείμενο του Wood επίσης εδώ: http://www.newyorker.com/magazine/2017/06/05/w-g-sebald-humorist

δημοσιεύτηκε στο facebook στις 12 Ιουνίου 2016, εδώ:https://www.facebook.com/photo.php?fbid=10209421345906104&set=a.1034591020546.2006376.1098545765&type=3&theater

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Επιζήσαντες: Το τραύμα του πολέμου και οι δρόμοι της λογοτεχνίας στην Κυρία Νταλλογουέη της Βιρτζίνιας Γουλφ









Κλαρίσα… Μπλουμ

Μια μέρα, στα μέσα του Ιουνίου του 1923, με τον ίδιο τρόπο που ο Τζέημς Τζόυς περιγράφει τις περιπλανήσεις του ήρωά του, Λεοπόλδου Μπλουμ στο Δουβλίνο,  στον Οδυσσέα,  στις 16 Ιουνίου 1904 και  που μετέπειτα ονομάστηκε ημέρα του Μπλουμ,  η Βιρτζίνια Γουλφ αναθέτει στη δική της ηρωίδα, την Κλαρίσα Νταλλογουέη, να περιπλανηθεί στο Λονδίνο με σκοπό να φροντίσει τις ετοιμασίες του πάρτυ που οργανώνει για το βράδυ. Τα κοντινά της πρόσωπα, ο σύζυγός της, η κόρη της Ελίζαμπεθ, ο παλιός αγαπημένος της Πήτερ Γουώλς που κατά σύμπτωση την επισκέπτεται από την Ινδία εκείνη τη μέρα, και χιλιάδες πρόσωπα, περαστικοί, καταστηματάρχες του Λονδίνου, μικρές λεπτομέρειες σκηνές στους δρόμους, ήχοι, ο καιρός, τα λουλούδια, ο κρότος από την εξάτμιση ενός αυτοκινήτου αποτελούν τον καμβά πάνω στον οποίο συμπλέκεται το νήμα της αφήγησης και είναι μικροί πυρήνες συμπύκνωσης αισθημάτων, συνειρμών, αναμνήσεων. Τι είχε συμβεί τριάντα χρόνια πριν στη ζωή της ηρωίδας;  Μικρές λεπτομέρειες, ασήμαντες σε βαθμό υπέρτατης λεπταισθησίας και στο βάθος η σκιά του  Α΄  Παγκοσμίου πολέμου, με τις χήρες που άφησε πίσω του, τις μανάδες που έχασαν παιδιά, τους νεκρούς αλλά και αυτούς που επέστρεψαν ψυχικά τραυματισμένοι ανεπανόρθωτα, όπως ο Σέπτιμους  Γουόρεν Σμιθ, ένας χαρακτήρας  στον αντίποδα της Κλαρίσας, ο οποίος  διατρέχει μια ασύμπτωτη πορεία προς το θάνατο, την αυτοκτονία. Συγκλονισμένος  από το θάνατο του καλύτερού του φίλου στα χαρακώματα,  ο Σέπτιμους ζει ακόμα στο πεδίο της μάχης (ωστόσο και η Κλαρίσα θυμάται  διαρκώς σκηνές από το παρελθόν της). Η συνείδηση του  Σέπτιμους ακολουθεί  μιαν άλλη οπτική,  αυτήν της τρέλας, που όπως έγραψε η Βιρτζίνια Γουλφ στο ημερολόγιό της για την Κυρία Νταλλογουέη,   αντιδιαστέλλεται με αυτήν της Κλαρίσας μια και η συγγραφέας επιθυμεί να γράψει για το πώς βλέπει κανείς των κόσμο από την πλευρά των ψυχικά υγιών και αυτήν των ψυχικά διαταραγμένων. Είναι η σκιά της μεγάλης ιστορίας, ο πόλεμος, που πέφτει αμείλικτη στην μικρή και ασήμαντη ζωή των ανθρώπων. Η ψυχική διαταραχή του Σέπτιμους, το τραύμα του από το σοκ του πολέμου, η αλλοίωση της συνείδησης, η διαφορετική του αίσθηση  του βιωμένου χρόνου, η αδυναμία του να επικοινωνήσει τις εμπειρίες του, οι παραισθήσεις του, η αδυναμία του να νοιώσει συναισθήματα,  η ξενότητα απέναντι στον κόσμο – απέναντι στην λεπτομερή, λεπταίσθητη προσήλωση της Κλαρίσας στα αισθήματά της και τις αναμνήσεις της, στις βαρετές  λεπτομέρειες μιας κοινωνικής εκδήλωσης. Καθρέφτης ο ένας του άλλου, δεν συναντώνται ποτέ στο διήγημα. Η είδηση του θανάτου του, σκάει σαν βόμβα στο πάρτυ της, ο θάνατος που την φέρνει αντιμέτωπη με την τραυματική πρόσληψη της ίδιας της της ζωής. Μια ματαίωση, μια δυσανεξία, μια αδυναμία να αντιμετωπίσει τα παρόντα.



Το τραύμα του πολέμου

Με το τέλος του πολέμου, διαβάζουμε στα ιστορικά χρονικά, ο Βρετανικός στρατός είχε να αντιμετωπίσει 80. 000 περιπτώσεις διαταραχής μετατραυματικού στρες – shell shock – σύμφωνα με την ευρέως διαδεδομένη ονομασία αυτού του «τραύματος» που έστελνε μαζικά τους στρατιώτες στα θεραπευτήρια. Ανάμεσά τους εθνικούς  ήρωες – ποιητές όπως ο Ζήγκφριντ Σασσούν, ο Όουεν. Πώς να περιγράψουν οι φαντάροι στους δικούς τους την ταπείνωση που ένιωθαν όταν βρίσκονταν στο νοσοκομείο – η εξήγηση που έσωζε τα προσχήματα ήταν οι κρυφές εγκεφαλικές αιμορραγίες, εσωτερικές ουλές και τραύματα  λόγω του σοκ  από τις εκρήξεις των οβίδων. Πώς να μιληθούν οι  ακατονόμαστες σκηνές που είδαν, οι αδιανόητες πράξεις που είχαν εντολές να εκτελέσουν και σιγά σιγά βγαίνουν στην επιφάνεια -  σε επιστολές με  μαρτυρίες, ποιήματα… Το σύνηθες όμως ήταν η αποσιώπηση.
Το τραύμα του πολέμου, η διαταραχή που έστειλε δεκάδες χιλιάδες φαντάρους μακριά από την πρώτη γραμμή, με σαφώς ορισμένα συμπτώματα – διάρροια, άγχος, υστερικά τικ… Οι φαντάροι που είχαν κατακρεουργήσει τον εχθρό στο πρόσωπο με τη ξιφολόγχη, ανέπτυσσαν οι ίδιοι υστερικές γκριμάτσες στο πρόσωπο που το έκαναν να μοιάζει με μάσκα. Αυτοί που είχαν μαχαιρώσει τον εχθρό στην κοιλιά πάθαιναν φριχτές στομαχικές κράμπες. Οι ιχνηλάτες έχαναν την όρασή τους. Εφιαλτικές εικόνες, παραισθήσεις. Διαταραχή της αίσθησης του χρόνου. Το πεδίο της μάχης ωσεί παρόν. Μια διαταραχή που πέρασαν πενήντα χρόνια για να χαρακτηριστεί ψυχική και που τα συμπτώματά της έσπευσε αυθορμήτως να οικειωθεί η μοντερνιστική λογοτεχνία, η λογοτεχνία του τραύματος. Τους «εδόθη μορφή και αναπαράσταση» διαβάζουμε στο δοκίμιο της Karen DeMeester μια από τις μελέτες για τους νέους τρόπους της αφήγησης, τον κατακερματισμό του χρόνου, την παράλληλη αίσθηση του χώρου στη μοντερνιστική λογοτεχνία ως επακόλουθο του «τραύματος».


Κατά την διάρκεια της νοσηλείας του στο Κλεγκλόχαρτ, ο Ζήγκφριντ Σασσούν περιγράφει τα συμπτώματα στο ποίημα Επιζήσαντες:

Σίγουρα θα γίνουν γρήγορα καλά. Η ένταση, το σοκ
Προκάλεσαν το τραύλισμά τους, την φευγάτη τους μιλιά
Σίγουρα «δεν βλέπουν την ώρα να πάνε έξω πάλι»
Αυτά τα αγόρια, με τα γέρικα φοβισμένα  πρόσωπα, μαθαίνουν να περπατούν
Σύντομα θα ξεχάσουν τις στοιχειωμένες τους νύχτες την τρομοκρατημένη υποταγή στις επισκέψεις των φαντασμάτων  των φίλων που έχουν πεθάνει
Τα όνειρα τους που στάζουν φόνο. Και θα είναι περήφανοι
Για το δοξασμένο πόλεμο που κομμάτιασε την περηφάνια τους
Άνδρες που πήγαν να πολεμήσουν φοβεροί και χαρούμενοι
Παιδιά με μάτια που σε μισούν, σπασμένοι και τρελοί
 (Mετάφραση Π. Χ)




Η Κλαρίσα – ο Σέπτιμους – η Βιρτζίνια

Στίχοι και αράδες συγγραφέων και ποιητών που τους άγγιξε στην πλάτη – όπως ο Απόλλων είχε αγγίξει την πλάτη του Πατρόκλου στην Ιλιάδα – το παγερό χέρι του πολέμου. Ποιήματα των χαρακωμάτων, του θανάτου, αλληγορίες, μακάβριοι στίχοι που μιλούν για τα θύματα της μοίρας. Τα θύματα του τραύματος.

Κάπως έτσι, θύμα και έρμαιο της μοίρας είναι ο Σέπτιμους Γουώρεν Σμιθ, ο στρατιώτης, ο βετεράνος, ο ήρωας,  που η ιστορία του εξελίσσεται παράλληλα με αυτήν της Κλαρίσα.

Ενδιαφέρει πολύ  η μορφή του γιατί η Βιρτζίνια τον επιλέγει να είναι το διπλό της για να εκφράσει τα δικά της τραύματα.  Η λογοτεχνία του τραύματος δίνει τον τρόπο, να εκφραστούν οι ανεξαργύρωτοι λογαριασμοί της δυσανεξίας του σώματος, του φύλου, της σεξουαλικής κακοποίησης, της σπουδής του θανάτου. Οι λογοτεχνία τους έχει υπό την σκέπην της.  Εκείνη να ετοιμάζει το πάρτι της για το βράδυ, να προβληματίζεται για όλη τη ζωή της, το χαμένο έρωτα για τον Πήτερ Γουώλς ή τη Σάλλυ Σέτον,  να σκέπτεται τον θάνατό της,  την οριστική  διάλυση του σώματος και  της ύπαρξης… Εκείνος να περιφέρει την ύπαρξή του στο Λονδίνο, να αντιμετωπίζει τη νέκρωση από κάθε συναίσθημα, να στοιχειώνεται από σκηνές του πολέμου και το φάντασμα του σκοτωμένου πολυαγαπημένου του φίλου, να αντιμετωπίζει την σκληρότητα των γιατρών. Τον εγκλεισμό. Τον αποκλεισμό από ερεθίσματα, την αναγκαστική ανάπαυση σε ένα ίδρυμα ζωντανών – νεκρών. Θέματα που είχε αντιμετωπίσει η ίδια η Βιρτζίνια Γ.  Οι παράλληλες ιστορίες τους μπλέκονται ώσπου η Κλαρίσα μαθαίνει την οριστική του έξοδο, την αυτοκτονία. Αυτό που και  εκείνη, ως Βιρτζίνια θα επιχειρήσει τελικά. 


Η  Βιρτζίνια – Σέπτιμους   αποκαλύπτει εικόνες από τις κρίσεις του τρελού. Τις παραισθήσεις του. Τον σκύλο που βλέπει με κεφάλι ανθρώπου, τις φωνές των νεκρών που ακούει από τους τοίχους, τις φωνές που η ίδια δεν μπορούσε να κάνει να σωπάσουν στο κεφάλι της…  Η Βιρτζίνια – Σέπτιμους γράφει στο ημερολόγιό της για τα πουλάκια του κήπου της που μιλούν αρχαία ελληνικά. Εκείνη τα άκουγε ήδη στα 1904 από το παράθυρο του δωματίου της. Έτσι γράφει στο ημερολόγιό της.  Ο  Σέπτιμους τα ακούει εν έτει 1923. Εν κατακλείδι η σχέση μεταξύ τους είναι πολύ βαθύτερη. Είναι η διπολική νόσος που οι κρίσεις της βασανίζουν και τους  δύο.  Είναι που τα πρόσωπά τους μοιάζουν και των δυο με πρόσωπα πουλιού. Είναι που ακούν τον ψίθυρο της γλώσσας που μιλούσαν πριν τρεις χιλιάδες χρόνια. Η γλώσσα των πουλιών, η νεκρή γλώσσα του επέκεινα, η αρχαία απρόσιτη γλώσσα της σοφίας τη στιγμή της παραίσθησης, πέραν από τις συμβολικές της τόσο σημαίνουσες νοηματοδοτήσεις, συνδέει ως  κοινή εμπειρία την συγγραφέα  Βιρτζίνια και τον  χαρακτήρα Σέπτιμους. Κοινό χάρισμα της τρέλας, του τραύματος,   υποδόριος δεσμός… 


Η Κλαρίσα είναι ο Σέπτιμους, η Βιρτζίνια είναι ο Σέπτιμους, η Βιρτζίνια είναι και  η Κλαρίσα  - σωστά υποθέσαμε αυτό το υποθέτουμε από την αρχή.
Και οι τρόποι της λογοτεχνίας για να βγει στην επιφάνεια το τραύμα, να δώσει εξηγήσεις, να του δοθεί νόημα, τόσο μα τόσο δύσκολα αυτό συμβαίνει, να κατακερματιστεί η αφήγηση, ο χρόνος ο τόπος,  να βρουν τρόπους διαφυγής οι έγκλειστοι στον χρόνο  Σέπτιμους, και Βιρτζίνια. Να επέλθει – ίσως και  όχι – θεραπεία…


Πόλυ Χατζημανωλάκη

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό το Δέντρο,

«1914. Οι συγγραφείς και ο πόλεμος».
Τεύχος Νο 199-200. Αθήνα, Ιούλιος 2014.

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Antonsday – κατά Sebald, across the land and water

16 Ioυνίου 1904 είναι η μέρα της περιπλάνησης του Λεοπόλδου Μπλουμ στο Δουβλίνο στον Οδυσσέα του Τζέημς Τζόυς. Μια μέρα που σε μικρογραφία αποτελεί μια Οδύσσεα αφ΄ εαυτής. Δεν μπορεί να μου βγει από μυαλό ότι αυτό έχει στο νου του ο W. G.Sebald όταν ονομάζει ένα από τα ποιήματα που περιέχονται στον τόμο –Αcross the Land and the water, selected poems (1964  - 2001) και που βρίσκεται στα χέρια μου - με το όνομα μιας τόσο κοντινής ημερομηνίας την ημέρα της άφιξης του Αντον Πάβλοβιτς Τσέχωφ στο θέρετρο του Μπάντενβάιλερ. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του μέχρι τον θάνατό του και την φάρσα της μεταφοράς του σε ένα κατεψυγμένο βαγόνι με στρείδια, διασχίζοντας την ήπειρο. Η ιστορία του θανάτου του Τσέχωφ είναι πολύ γνωστή, όπως και η μεταφορά του με τα στρείδια καθώς και η παρεξήγηση που συνέβη όταν έφτασε το φέρετρο στη Μόσχα μαζί με το φέρετρο ενός στρατηγού από τη Μαντζουρία και οι πενθούντες φίλοι του πήγαν κατά λάθος να υποδεχτούν τον στρατηγό. 




Η έκδοση αυτή των ποιημάτων του
Sebald παρά το ότι είναι συγκεντρωτική δεν περιέχει το «εκ του φυσικού» που από μόνο του έχει εκδοθεί σε βιβλίο –κυκλοφορεί και στα ελληνικά σε μετάφραση Γιάννη Καλλιφατίδη [παραπέμπω για κάποια άλλη φορά στο κείμενό μου επ’αυτού στις Πινακίδες από κερί: W. G Sebald: Συγκροτώντας μια μελλοντική αυτοπροσωπογραφία εκ του φυσικού εδώ: http://waxtablets.blogspot.gr/2015/08/g-w-sebald.html]

Αυτό που μπορώ να πω, επειδή δεν την έχω διαβάσει ακόμα ολόκληρη αυτήν την συγκεντρωτική έκδοση, είναι πως αναγνωρίζει κανείς αναμφίβολα το ύφος το Ζεμπάλντιο, το συστρεφόμενο, όπως διασχίζει τοπία στο χώρο και στο χρόνο σε όλο το έργο του. Την σκόπιμη ασάφεια. Αντί να χρησιμοποιεί εγκιβωτισμένες προτάσεις υποτακτικής σύνταξης το ίδιο αποτέλεσμα επιτυγχάνει με μικρούς κοφτούς στίχους που τους κόβει στη μέση ώστε να μπερδεύεσαι ποιος είπε τι, ο Άουστερλιτς ήταν, ή ο πατέρας του, ή ο αφηγητής που τώρα είπε…

Τον ακούω να μιλά.



Αποφάσισα να μεταφράσω δύο ποιήματα, το «9 Ιουνίου 1904» την αρχή της μικρής Οδύσσειας του Τσέχωφ στο Γερμανικό Θέρετρο στο Μέλανα Δρυμό – Badenweiler -   τόσο οικείο στον Sebald και την επιστροφή του «90 χρόνια μετά», το 1994, ένα ομότιτλο ποίημα, ζευγάρι με το προηγούμενο. Την Οδύσσεια επιστροφή του Άντον στην πατρίδα μετά το θάνατό του στη Γερμανία και την επιστροφή Οδύσσεια του Μαξ στη Γερμανία στα χνάρια του Άντον και του εαυτού του...



Στις 9 Ιουνίου 1904

Σύμφωνα με το Ιουλιανό
ημερολόγιο, στις 22 Ιουνίου
σύμφωνα με το δικό μας,
ο Άντον Πάβλοβιτς και η
Όλγα Λεονάρντοβνα έφτασαν
στις θερμές πηγές του Μπάντενβάιλερ

Η χρέωση είναι 16 μάρκα
για στέγη και τροφή
στη βίλλα Φρεντερίκε
αλλά το πόριτζ από ζεια
και το κρεμώδες κακάο
δεν φέρνουν καμιά βελτίωση.

Υποφέροντας από εμφύσημα
περνά όλη την μέρα
σε μια ξαπλωτή πολυθρόνα
στον κήπο θαυμάζοντας
ξανά και ξανά πόσο παράξενα
ήσυχα είναι στο εσωτερικό.

Όπως προχωρά ο μήνας ο καιρός
είναι ασυνήθιστα ζεστός, ούτε
μια ανάσα αέρα, τα δάση
στους λόφους τελείως ήσυχα,
η μακρινή κοιλάδα του ποταμού
σε μια γαλακτώδη ομίχλη.

Στις 28  η Όλγα ταξιδεύει
στο Φράιμπουργκ ειδικά
 για να αγοράσει ένα ελαφρό φανελένιο
κοστούμι. Την ώρα του Αγγέλου[1]
της επόμενης μέρας
είχε την πρώτη του προσβολή, τη

δεύτερη την επόμενη νύχτα.
Ο ετοιμοθάνατος, ήδη θαμμένος
μέσα στα μαξιλάρια του,
μουρμουρίζει ότι οι Γερμανίδες
έχουν τόσο απαίσιο
γούστο στα ρούχα.

Όπως χαράζει η αυγή
ο γιατρός, τοποθετώντας
πάγο στην καρδιά του
χορηγεί μορφίνη
και ένα ποτήρι σαμπάνια.
Σκεφτόταν την επιστροφή

σπίτι με υπερωκεάνιο της  Αυστριακής Λόυντ
Μέσω Μασσαλίας και Οδησσού. Αντίθετα
τον μετέφεραν σε ένα πράσινο, κατεψυγμένο
βαγόνι  που έγραφε

ΓΙΑ ΣΤΡΕΙΔΙΑ
με μεγάλα γράμματα. Έτσι
είχε εκπέσει ανάμεσα στα νεκρά,
 μαλάκια, συσκευασμένος και αυτός σε ένα κιβώτιο
σιωπηλά κυλώντας
απ΄ άκρη σε άκρη της ήπειρου.

Όταν το πτώμα φτάνει
στο σταθμό Νικολάγεβσκι
 της Μόσχας μια μπάντα
παίζει  ένα τιμητικό κομμάτι
μπροστά στο φέρετρο
του στρατηγού Κέλλερ

που επίσης μόλις είχε φθάσει
από την Μαντζουρία
και οι συγγενείς του ποιητή
και οι φίλοι, ένας μικρός κύκλος
πενθούντων που από μακριά

έμοιαζε με μαύρη βελουδένια κάμπια
απομακρύνθηκαν,  όπως
πολλοί θυμούνται, υπό τους ήχους
ενός αργού εμβατηρίου
στη λάθος κατεύθυνση.


……………………………..


ενενήντα χρόνια μετά

μια Κυριακή από-
γευμα το μήνα
Νοέμβριο οδήγησα
νότια του Φράιμπουργκ
διασχίζοντας τους πρόποδες
του Μέλανος Δρυμού

Όλο και πιο κάτω
προς το Πέρασμα του Μπέλφορτ
χαμηλά ακίνητα σύννεφα
πάνω από το τοπίο
έριχναν βαθιά σκιά
στους αυλακωμενους σχηματισμούς

από αμπέλια στις πλαγιές.
Το Μπαντενβάιλερ μοιαζει
ερημωμένο σαν
μετά από μια τοξική
επιδημία του καλοκαιριού. Σιωπηλά
Αιμορραγούν σε κάθε
σπίτι, φαντάζομαι, και
τώρα ούτε ψυχή
ζώσα γύρω, ακόμα
και το πάρκινγκ
κοντά στις εγκαταστάσεις είναι άδειο.
Μόνο στο δενδροκομείο

κάτω από γιγάντιες
σεκόγιες θα συναντήσω
μια μοναχική κυρία
που μυρίζει πατσουλί
και κρατά ένα λευκό
Πομεράνιαν στα χέρια της

Όπως το σούρουπο
τελειώνει ο ήλιος
βυθίζεται στη δύση
ανάμεσα στα σύννεφα
και  τη γραμμή του ορίζοντα
της οροσειράς των Βόσγεων

Το τελευταίο από   
το φως που ξεθωριάζει πλημμυρίζει
την πεδιάδα του Ρήνου
που λαμπυρίζει και τρεμουλιάζει
σαν το αλάτι στην ακτή
μιας αποξηραμένης λίμνης






[1] 6 το πρωί περίπου. Στην Αγγλική μετάφραση Angelus hour, η ώρα που σύμφωνα με το καθολικό τυπικό εκφωνείται το Angelus Domini nuntiavit Mariæ ("...Άγγελος κυρίου αναγγέλλει στην Μαρία…) 

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Ένα μικρό κέρασμα από την αποψινή παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Κουγιουμτζή «Όλα μπορούν να συμβούν με ένα άγγιγμα» (εκδ. Καστανιώτη) απόψε στο Επί Λέξει


Ένα μικρό κέρασμα από την αποψινή παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Κουγιουμτζή «Όλα μπορούν να συμβούν με ένα άγγιγμα» (εκδ. Καστανιώτη) απόψε στο Επί Λέξει. Δεν είναι φωτό από τους παρόντες, ιερά τέρατα της λογοτεχνίας και της κριτικής (Κική Δημουλά, Ζυράννα Ζατέλη, Μάνος Ελευθερίου, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Μαρία Στασινοπούλου κ. α) που είχαν έρθει για να τιμήσουν την εκ Θεσσαλονίκης σπουδαία συγγραφέα, αλλά η δική της μικρή, αυτοβιογραφική παρέμβαση μετά τις εισηγήσεις των κυρίων Χατζηβασιλείου και Κουρμουλή, ένα σπάνιο ντοκουμέντο, που φωτίζει και κάπως εξηγεί τον «τρόπο» της. Για μένα ήταν απαραίτητη αυτή η παρέμβαση, γιατί δεν μπορούσα να συμφιλιώσω εντός μου την φωτεινή, γλυκειά Μαρία Κουγιουμτζή που είχα γνωρίσει στη Θεσσαλονίκη – μου την είχε συστήσει η Χλόη Κουτσουμπέλη – με την δυστοπική, γκόθικ και σκοτεινή γραφή της. Νομίζω πως μετά από αυτό δεν υπάρχει τίποτα το ασυμβίβαστο. Μόνο μια αρμονία...
Εχω χωρίσει την ομιλία σε τέσσερα μέρη για να ανέβει πιο εύκολα στο διαδίκτυο.

A) Mέρος



Β) Μέρος


Γ) Μέρος



Δ) Μέρος

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

«Το γράμμα σκοτώνει ενώ το πνεύμα ζωοποιεί» ( Β΄προς Κορινθίους) Πού βρίσκεται η βαρβαρότητα «Στη σωφρονιστική αποικία του Κάφκα»;







«Το δέρμα είναι μια επιφάνεια που αναμένει να της εντυπωθεί ο πολιτισμός»
Levi Strauss
                                   

Θυμάμαι την φιγούρα του  καταδίκου, στην συγκλονιστική αρχή των «Μεγάλων προσδοκιών» του Ντίκενς: την συνάντηση στο νεκροταφείο που τρομοκράτησε τον μικρό Πιπ  εκεί που του ζητούσε τροφή και μια λίμα – είχε μόλις δραπετεύσει από ένα κάτεργο/ περιφερόμενο πλοίο/ φυλακή – από αυτά που το Βρετανικό σωφρονιστικό σύστημα είχε εξαπολύσει στις θάλασσες για να αποσυμφορήσουν τις φυλακές από τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό κρατουμένων που συσσώρευαν όχι μόνο οι παραβάσεις και το κοινό έγκλημα, αλλά και  οι αιχμάλωτοι  πολέμου από τις διάφορες συρράξεις στις οποίες είχε εμπλακεί η αυτοκρατορία τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Αργότερα ο Μάγκουιτς, ο περί ου ο λόγος κατάδικος, θα εκτοπιστεί στην Νέα Ουαλία – στο Νότιο Ημισφαίριο όπου θα ασχοληθεί με διάφορες δουλειές – θα εκτοπισθεί σιδηροδέσμιος αλλά από ότι φαίνεται επιστρέφει πλούσιος και βοηθά κρυφά τον μικρό Πιπ. Μια μυστηριώδης νύξη στη λογοτεχνία για τον περίεργο τρόπο σωφρονισμού, μεταφοράς καταδίκων στους Αντίποδες όπου το σύστημα επιτρέπει μια δεύτερη ευκαιρία με τον όρο να παραμείνουν εκεί και να μην επιστρέψουν.
Αντίστοιχες αναφορές στην ευρωπαϊκή ιστορία, από την μεριά των Γάλλων, από τη μεριά των Γερμανών περιλαμβάνονται στα ερμηνευτικά κείμενα που συνοδεύουν την πρόσφατη έκδοση από την Κίχλη του αινιγματικού κειμένου του Φραντς Κάφκα «Στη σωφρονιστική αποικία» σε μετάφραση Βασίλη Τσαλή,  που γράφτηκε το 1914 και δημοσιεύτηκε το 1919. Τα κείμενα αυτά προσπαθούν να  εντάξουν  το αφήγημα συτό στην ιστορική πραγματικότητα της εποχής του. Στην αδιαμφισβήτητη ύπαρξη δηλαδή  τέτοιων αποικιών σε διάφορες περιοχές του πλανήτη,  όπου μαζί με το έργο της «εξημέρωσης» της φύσης, τη γνώριμη αποστολή της αποικιοκρατίας,  εξόριστες επίσης δυνάμεις καταστολής επιχειρούσαν την συμμόρφωση, τον σωφρονισμό, την εργασιακή αξιοποίηση των εκτοπισθέντων καταδίκων. Μια τέτοια δυστοπία αποτελεί το σκηνικό όπου εκτυλίσσεται η παράξενη αυτή ιστορία του Κάφκα. Ένας περιηγητής –ταξιδιώτης έχει επισκεφτεί ένα τέτοιο τόπο και παρευρίσκεται και καλείται να υποστηρίξει έναν τρόπο εκτέλεσης θανατικής ποινής ενός κρατουμένου που έχει καταδικαστεί χωρίς να έχει ποτέ  δυνατότητα δίκης.


Ήδη ο τρόπος απόδοσης δικαιοσύνης προκαλεί αποστροφή αλλά η υπόθεση δεν σταματά εδώ. Η τεχνολογία έρχεται επίκουρος στην ποινή με έναν τρόπο που έχει επινοήσει ένας αξιωματικός, ο ίδιος που έχει αναλάβει να ξεναγήσει τον ταξιδιώτη. Ένα μηχάνημα με ακίδες  είναι προγραμματισμένο να χαράσσει στο δέρμα του καταδίκου το κείμενο του νόμου που έχει παραβεί. Ο προγραμματισμός γίνεται  μέσα από ένα σύστημα τροχαλιών και γραναζιών, ότι πιο σύγχρονο δηλαδή για την εποχή και ο θάνατος είναι επώδυνος, έρχεται αργά αφήνοντας στο κείμενο το χρόνο να αποτυπωθεί και τον κατάδικο να το «διαβάσει» με το σώμα του. Ο κατάδικος παρουσιάζεται  αλυσοδεμένος μεν, αλλά χωρίς καμία συνείδηση του τι θα του συμβεί, σαν αφελής άγριος, δεν γνωρίζει την γλώσσα με την οποία μιλούν οι άλλοι βεβαίως αλλά η αφέλεια και η ιδιωτεία του είναι πέραν των ορίων αυτής  της άγνοιας.
Η εξέλιξη της ιστορίας δεν απαλλάσσει τον αναγνώστη από την παρακολούθηση της αιματηρής εφαρμογής της θανατικής μεθόδου – όχι στον κατάδικο αλλά στον ίδιο τον αξιωματικό που την στρέφει στον εαυτό του. Τούτο γιατί δεν βρίσκει την υποστήριξη που ζητά από τον επισκέπτη – ταξιδιώτη, στο αίτημά του προς τον νέο διοικητή της αποικίας, ώστε να εκσυγχρονιστεί το μηχάνημα της γραφής. Στρέφει δηλαδή προς τον εαυτό του έως τις ακραίες συνέπειες το μηχάνημα με το οποίο είχε ταυτιστεί.
Η ιστορία αυτή προσφέρεται για  πολλές ερμηνείες που σύμφωνα με το οπισθόφυλλο  μπορούμε να διακρίνουμε σε δυο κατηγορίες. Μια ως μια κριτική αυτών των εκτρωματικών κοινωνιών – των σωφρονιστικών αποικιών – εκεί προσφέρονται τεκμήρια μαρτυριών που πρέπει να είχε υπόψιν του ή να είχε διαβάσει ο Κάφκα. Η δεύτερη κατηγορία κριτικής έχει να κάνει με κάθε ολοκληρωτικό καθεστώς και την βαρβαρότητα στην οποία οδηγεί η χρήση της τεχνολογίας – ένας εκτυπωτής με πολλές ακίδες, πόσο κοντά πράγματι στην τεχνολογία της εκτύπωσης κάποιας εποχής!!! – και παράπλευρα ηθικά ζητήματα, όπως η αδράνεια του παρατηρητή που προσπαθούν να επικαιροποιήσουν το ηθικό μήνυμα, αν έχει ένα τέτοιο το κείμενο.

Τόσο ζωντανές είναι οι περιγραφές που προκαλούν δυσφορία, τόσο ακραία αιματηρές,  που  ο υποψιασμένος αναγνώστης μάλλον κλίνει προς την δεύτερη κατηγορία. Υπάρχουν ωστόσο οι ανατροπές, η ανεξήγητη αυτοκτονία του αξιωματικού, όταν δεν γίνεται αυτό που ζητά που δεν επαρκεί κατά την άποψή μου το ανατρέχει κανείς στην καταγγελία του ολοκληρωτισμού ή στις εμμονικές ενοχές του Κάφκα για να την ερμηνεύσει. Ο αξιωματικός δεν φαίνεται να έχει καμία ενοχή – πείσμα και απογοήτευση φαίνεται να τον οδηγούν στην ενέργειά του αυτή.
Ενδεχομένως η ιστορία αυτή  να είναι μια αλληγορία για την βαρβαρότητα της τεχνολογίας, μια βαρβαρότητα όμως άλλου είδους, όχι πολιτική αλλά εννοιολογική. Πρόκειται δηλαδή για ένα Κάφκα συμβολικό, πιο εσωτερικό, σαν αυτόν στον οποίον ανατρέχει ο φιλόσοφος Γκέρσομ Σόλεμ, ο επιστήθιος φίλος του Βάλτερ Μπένγιαμιν ο οποίος δηλώνει ότι χρησιμοποιεί και διαβάζει  τα κείμενα του Κάφκα με τον ίδιο τρόπο που διάβαζε τα ιερά εβραϊκά κείμενα.
Δεν θα είναι εβραϊκή η δική μου ανάγνωση όμως. Η ιστορία με τις χαραγμένες πλάκες του νόμου που παραδίδονται στο όρος Σινά είναι σίγουρα στην γραμμή ενός πολιτισμού γραφής/γραφών  και επιβολής του νόμου σε ένα λαό, τα αποτροπαϊκά κείμενα προστασίας στις εισόδους των εβραϊκών σπιτιών, η εγγραφή στο μέτωπο του Γκόλεμ της Πράγας, στοιχεία του πολιτιστικού   περιβάλλοντος από όπου κατάγεται ο συγγραφέας,  δείχνουν ότι ο Κάφκα ζούσε ενεργά σε μια παράδοση  που υπενθύμιζε και σεβόταν την  γραφή και την ερμηνεία της – τις ερμηνείες της.

Αρχίζουμε  λοιπόν από το τέλος της ελληνικής έκδοσης, της Κίχλης:
 «Εγώ δεν είμαι τίποτε άλλο παρά λογοτεχνία και δεν μπορώ και δεν θέλω να είμαι τίποτε άλλο […] ό, τι δεν είναι λογοτεχνία με κάνει να πλήττω και το μισώ γιατί με ενοχλεί ή με εμποδίζει έστω και μόνο στη φαντασία μου»
Αυτό είναι το μότο στο τέλος του βιβλίου, σχεδίασμα επιστολής προς τον πατέρα της Φελίτσε, απόσπασμα από τα Ημερολόγια, εμβληματική φράση που δημιουργεί μια εμβληματική επίσης ταύτιση του Κάφκα με τον αξιωματικό που αυτοκτονεί γιατί δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την λειτουργία της συσκευής του, της συσκευής της γραφής.
Η γραφή είναι μια τεχνολογία που σκοτώνει και τούτο έχει διατυπωθεί ήδη από την εποχή του Πλάτωνα, διαβάζουμε στο εξαιρετικό κείμενο του
Walter Ong «Προφορικότητα και εγγραματοσύνη» όπου περιγράφεται με διαύγεια και εξαντλητικές λεπτομέρειες η επιστημολογική σύγκρουση μεταξύ προφορικού και γραπτού τρόπου σκέψης. Από την μέθοδο σύνθεσης των προφορικών επών που δημοσίευσε πρώτος ο Millman Parry, τους λογότυπους, τη μνημονοτεχνική , τον παρατακτικό, αρχαϊκό τρόπο σκέψης – ένα ανθρωπολογικό και επιστημολογικό πρότυπο που δεν ευνοεί την εσωτερίκευση και την εξέταση, στην «θανατηφόρο» και «σωφρονιστική» επιβολή στη συνείδηση και στον τρόπο σκέψης του πολιτισμού της γραφής. Ο  κόσμος της προφορικότητας  ήταν ζωντανός τρόπος ζωής, βασισμένος στην επικοινωνία και την αλληλεπίδραση – ο προφορικός λόγος δεν υπάρχει ποτέ μόνος χωρίς συνομιλητή -  ζωντανός και μεταβαλλόμενος αλλά όχι αυτοεξεταζόμενος. Ο κόσμος των ιδεών αντιθέτως, βασίζεται στην αμετάβλητη κυριαρχία  των μορφών σκέψης, άφωνων και απομονωμένων όπως μόνο στο γραπτό μπορεί να αποκρυσταλλωθούν. Με την εξορία των ποιητών από την Πολιτεία του Πλάτωνα επιβεβαιώνεται η νίκη της εγγραμματοσύνης επί της προφορικότητας,  Η γραφή ωστόσο συνδέεται με το θάνατο. Καταστρέφει τη μνήμη, είναι απάνθρωπη και η  απρόσωπη η συσχέτισή της με το θάνατο έχει διαπιστωθεί πλειστάκις στην ιστορία του πολιτισμού. Για παράδειγμα στην  Β΄ προς Κορινθίους 3:6 «τὸ γὰρ γράμμα ἀποκτείνει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ» δηλαδή το γράμμα σκοτώνει ενώ το πνεύμα δίνει ζωή ή ακόμα και η παρατήρηση του Μπράουνινγκ  για τα νεκρά λουλούδια της γραφής, «την ακόμα ευρέως διαδεδομένη πρακτική του να πιέζεις ζωντανά άνθη προς το θάνατο ανάμεσα στις σελίδες των τυπωμένων βιβλίων – «μαραμένα κίτρινα μπουμπούκια/ανάμεσα σε σελίδα και σελίδα». Το νεκρό άνθος, που κάποτε ζούσε είναι το ψυχικό ισοδύναμο του προφορικού λόγου. Το παράδοξο βρίσκεται στο γεγονός ότι η νεκρότητα του κειμένου, η αφαίρεσή του από τον κόσμο των ζωντανών ανθρώπων, η άκαμπτη οπτική του σταθερότητα, επιβεβαιώνει την αντοχή του και τη δυνατότητά του να αναστηθεί σε απεριόριστα ζωντανά συγκείμενα από έναν εν δυνάμει άπειρο αριθμό ζωντανών αναγνωστών»
Η γραφή και η δυνατότητα εσωτερίκευσης του νοήματος, η γραφή ως θάνατος και βαρβαρότητα, ιδέες της νεωτερικότητας που δεν μπορεί κανείς ωστόσο να παραβλέψει διαβάζοντας το κείμενο του Κάφκα. Είναι πια κοινώς αποδεκτό ότι η γραφή – όχι μόνο η τυπογραφία – αποτέλεσε μια τεχνολογία που ο άνθρωπος ενσωμάτωσε στον πολιτισμό του. Δεν είναι έμφυτη όπως η ομιλία.

Η σύγκρουση δηλαδή πολιτισμού και βαρβαρότητας αντιστοιχεί αλληγορικά στην αντίθεση του αθώου αφελούς, ανότητου καταδίκου – σύμφωνα με το διήγημα χαζεύει, χαμογελά ανόητα, έχει ζωώδη χαρακτηριστικά σε αντιδιαστολή  με τον εκλεπτυσμένο αξιωματικό που μιλά ξένες γλώσσες,  λατρεύει και βελτιώνει  την συσκευή του και  ενδιαφέρεται για την αποτελεσματικότητά της. Αν θεωρήσει κανείς το διήγημα σαν μια τέτοια αλληγορία – η ανάγκη του Κάφκα να ζήσει μέσα από την γραφή και τη λογοτεχνία -  η ανάγκη του να κοινωνήσει – να  επιβάλει την γραφή ως τρόπο ύπαρξης, αναδεικνύεται και ανακαλείται η γραφή ως θάνατος, το αδύνατο της επικοινωνίας, η εσωτερίκευση της γραφής, η γραφή που στρέφεται στον εαυτό της, η αυτοκτονία.

Πιστεύω πως και έτσι μπορεί  να διαβαστεί η ιστορία αυτή του Κάφκα.  Ένα υποσυνείδητο κείμενο για τη λογοτεχνία και την εγγραμματοσύνη. Μια απόπειρα μύησης της κοινωνίας με τεχνολογία που παραπέμπει στις αρχέγονες τελετές της δερματοστιξίας. O Levi Strauss αναφερόμενος στις τελετές αυτές, στην εγχάραξη δηλαδή υπό την επίβλεψη και με την αποδοχή και επιβολή κάποιες φορές της κοινότητας σχημάτων στο δέρμα των ανθρώπων σε π ολιτισμούς χωρίς γραφή, είχε πει ότι το δέρμα είναι μια επιφάνεια που αναμένει να της εντυπωθεί ο πολιτισμός.

Η βαρβαρότητα της εγχάραξης δηλαδή είναι αρχαϊκής, ενοιολογικής  φύσεως  και όχι πολιτικής. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο, βεβαίως όπως και το πλήθος των ερμηνειών στις οποίες προσφέρεται το κείμενο του Κάφκα.


Πόλυ Χατζημανωλάκη