Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

H σιωπή του Αντρέι Ρουμπλιώφ





Αποτραβηγμένος στο μοναστήρι του Αντρόνικοφ, ο Αντρέι Ρουμπλιώφ θα μετρά κόμπο κόμπο τη μετάνοια τυλιγμένος σε ένα δίχτυ σιωπής. Αυτή η θέση δεν τον απάλλασσε από τις καθημερινές πειθαρχίες, τις αγγαρείες για την επιβίωση μέσα στη σκληροτράχηλη κοινότητα των αλαφροΐσκιωτων ρασοφόρων, ούτε από τους κινδύνους όταν ομάδες Τάταρων στρατοπέδευαν στον περίβολο. Σε τέτοιες επιδρομές, οι άλλοι καλόγεροι αποσύρονταν στα κελιά τους ενώ εκείνος συνέχιζε, αόρατος, να ανακατεύει τη φωτιά στο μεγάλο καζάνι της αυλής με το βλέμμα στραμμένο στην Ντουρόσκα, τη μουγγή…Την είχε έγνοια αν και οι Τάταροι δεν άγγιζαν τους σαλεμένους…
Το σώμα του το ένιωθε σαν σιδερένιο. Κάποτε ελαφρύ σαν των αγγέλων. Άλλες φορές να έρπει, να σέρνεται σαν φίδι…
Είχε οράματα. Το μυαλό του από την σκοτεινιά είχε διασταλεί. Νύχτα και μέρα τον ταξίδευε σε αλλόκοτους δρόμους, σε λεηλατημένες πολιτείες, με τις εκκλησιές τους ολόμαυρες από την πυρκαγιά, με ασπρισμένους τοίχους, εικόνες ασκητών στα τέμπλα με μαγική μονοχρωμία, ίσως να ήταν που ήταν ασπρόμαυρη η ταινία και οι ψαλμοί από το εκκλησίασμα των ψυχών έχτιζαν, έχτιζαν… σήκωναν καμπαναριά μέσα στη σιωπή του…
Συνομιλούσε με τον νεκρό δάσκαλό του τον Θεοφάνη και έβλεπε ότι είχε αποβάλει πια, τόσα χρόνια νεκρός την ελαφρότητα και τον κυνισμό που είχε διακρίνει στην αρχή της μαθητείας του μαζί του. Ο νεαρός του βοηθός, ο Φόμα, είχε πέσει νεκρός δίπλα στο ποταμάκι στο Βλαντιμίρ, εκεί που είχε πάει να πλύνει τα πινέλα…Από βέλος Ρώσου; Τάταρου; Δεν ήξερε να πει ο Αντρέι…Τον είχε χάσει νωρίτερα, όταν ο μικρός, ανυπόμονος τον άφησε για να βρει την τύχη του.
Ο Αντρέι τον αγαπούσε παρά την τεμπελιά του. Ήταν και λίγο ψεύτης. Όμως είχε βρει τον τρόπο να σταθεροποιεί το γαλάζιο. Αυτό είναι όλη η δυσκολία. Όλα λοιπόν γι’ αυτό και μόνο έπρεπε να του τα συγχωρεί. Αυτό έλεγε και ο Θεοφάνης, τότε που μαζί τοιχογραφούσαν την Μητρόπολη. Μια μαθητεία με νεκρούς η σιωπή του. Αυτοί ήταν η συντροφιά του. Πότε πότε ερχόταν και ο Ρώσος στρατιώτης, αυτός που έπεσε από το χτύπημα του τσεκουριού του, την ώρα που τραβούσε την τρελή στο γυναικωνίτη. Στεκόταν στην είσοδο και του ζητούσε νερό, και ο Αντρέι του έδινε να πιει στην κούπα του και όπως έσκυβε έβλεπε τα αίματα και τα μαλλιά του κολλημένα στο κεφάλι του, και έκλαιγε, έκλαιγε γεμάτος φρίκη για το όραμα…




Το τσεκούρι του στο κεφάλι ανθρώπου, και να μη με συγχωρήσει ούτε ο Θεός, έλεγε μέσα του και ο Θεοφάνης μέσα του ψιθύριζε, όχι – όχι ο Θεός συγχωρεί, εσύ να μην συγχωρήσεις τον εαυτό σου.
Και δεν καταλαβαίνω. Δεν θα καταλάβω ποτέ γιατί οι άνθρωποι φέρονται έτσι. Δεν θα καταλάβω τον κόσμο, όσο φιλοπερίεργος και αν είμαι…
Δεν έχω θέση εδώ, δεν έχω θέση στον κόσμο. Πρέπει να φύγω και είναι αμαρτία…
Η σιωπή δημιουργούσε μια μοναξιά, ή το αντίστροφο συνέβαινε δεν ξέρω, που τον έκανε έκτοτε να παίρνει μια απόσταση από όλες τις αθλιότητες γύρω του ή αντιστρόφως και να συγκινείται από το παραμικρό. Μια γριά που κουβαλούσε ξύλα φερ’ ειπείν, τον έκανε να παίρνει το φορτίο της στους ώμους του και να κλαίει…
Ένα μυρμηγκάκι στα πόδια του δασκάλου να έχει χάσει το δρόμο.
Ένα σκαθάρι να φορτώνεται ένα σβώλο χώμα, ακούραστο να τον μετακινεί…
Ένα φιδάκι στο δάσος, που άφηνε μια γραμμή από συριστικό ήχο στο πέρασμά του, τον έκανε να αγαλλιά…Φήμες είχαν διαδοθεί από τους περαστικούς ότι μαγνήτιζε με το βλέμμα του τα φίδια που τότε ξύπναγαν από τη χειμερία νάρκη με την αχνή ζέστη του Ιουνίου και τα έκανε να τυλίγονται στα χέρια του μαγεμένα χωρίς ούτε ένα συριγμό για να μην ταράξουν την προσευχή του.
Το ίδιο και για το αηδόνι που το άκουγε τη νύχτα – θυμόταν μάλλον ότι το είχε ακούσει – το τουκ τουκ τουκ που τα αηδόνια λεν, ό, τι και να συμβαίνει στον πάνω κόσμο τον έκανε να κλείνει τα μάτια λίγο πιο αλαφρύς…
Όση δυστυχία και να υπάρχει, θάνατος, αρρώστιες, πάθη, μίση και έχθρες…Το αηδόνι ήταν μια παρηγοριά για αυτόν. Η ανάμνηση του αηδονιού δηλαδή γιατί δεν κατάφερε να ξανακούσει.
Θα σας φανεί μελοδραματικό, αλλά αργότερα, όταν γέρασε και η σιωπή δεν ήταν πια ένα μαρτύριο, ένα κοτσύφι ερχόταν στο παράθυρο του νοσοκομείου και τον επισκεπτόταν κάθε πρωί. Καθόταν στην παλάμη του και τον κοίταγε στα μάτια. Ένα κοτσύφι που είχε διασχίσει το χρόνο, από το σκοτεινό μεσαίωνα στα βάθη της Ρωσίας, μέχρι το Κράτος των Σοβιέτ να συναντά τον Αντρέι Ταρκόφσκι κάθε πρωί, μερικές εβδομάδες πριν πεθάνει. 




Γιατί αυτή η σιωπή ήταν χώρος.
Ηταν το κενό που έφτιαχνε εκεί που δεν χωρούσε για να μπορέσει να σταθεί. Εκεί που δεν καταλάβαινε για να μπορέσει να ανασάνει. Κι ας μην κρίνει. Μυστηριώδες, όπως οι αγγελικές μορφές του, όπως η Τελική Κρίση που δεν άντεχε να ζωγραφίσει– δεν ήθελε να φοβίζει τους ανθρώπους – όπως η Αγία Τριάδα, η αγγελική μεταφορά των εικονογράφων της γενιάς του, όπως ο Παντοκράτορας…

Η σιωπή ήταν ο χώρος, μεταξύ ανθρωπίνης και θείας δικαιοσύνης….

Πόλυ Χατζημανωλάκη
 Αναρτήθηκε στο Facebook, Μάιος 2013

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Η παραλία της Τρουβίλ του Boudin στην έκθεση του Ερμιτάζ και τα θανατερά τοπία της ανάγνωσης


 Την περασμένη εβδομάδα πέρασα από το Βυζαντινό Μουσείο.  Ήθελα να προλάβω και να δω τα φιλοξενούμενα έργα από το μεγάλο Μουσείο του Ερμιτάζ.  Ίλιγγος  και χαρά όταν περιδιαβαίνεις μια τέτοια συλλογή  -  η φορητή εκκλησία κάποιου Ρωμανώφ, ένα Έρως και Ψυχή του Ροντέν, Καραβάτζιο, Θεοτοκόπουλος – ακόμα και μέρος της «Σιβηρικής» συλλογής του Μεγάλου Πέτρου. Ωστόσο γράφω σήμερα με αφορμή ένα πίνακα ενός Γάλλου τοπιογράφου, του Eugène Louis Boudin  (1824 – 1898) με θέμα την Τρουβίλ, μια παραλία της Νορμανδίας που επέμενε όπως λέγεται να ζωγραφίζει.


Τρουβίλ – Ντωβίλ ανακαλούν τα Γκραντ Οτέλ τους, όχι μόνο καταλύματα διακοπών αλλά και μόνιμα – όσο γίνεται – ενδιαιτήματα καλλιτεχνών και διανοουμένων. Ο Ζέμπαλντ αναφέρει την Μαργκερίτ Ντυράς, μόνιμη  θαμώνα  αυτής της κοινόχρηστης πολυτέλειας.
Σε ένα από αυτά τα ξενοδοχεία θα έμενε με τη γιαγιά του ο νεαρός αφηγητής του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» αν επιχειρούσαν εκείνο το ταξίδι  για τις  φθινοπωρινές διακοπές που σχεδίαζαν.
Εκτός από τις δικές μου φωτογραφίες του πίνακα «Παραλία στην Τρουβίλ (1893)», όπου με το φακό μου προσπάθησα να απομονώσω και να μελετήσω με την ησυχία μου σκηνές και λεπτομέρειες αναζήτησα και άλλες εκδοχές της Τρουβίλ του ιδίου, όπου ο θεατής μπορεί να παρατηρήσει περισσότερο τα σύννεφα. Γιατί από ότι φαίνεται, για τον Προυστ, σημασία έχουν τα σύννεφα και όχι οι χαρακτήρες στην παραλία. Το είχα λησμονήσει εντελώς κατά την επίσκεψή μου στην έκθεση και δεν έστρεψα τον φακό ψηλά. Για τις αποχρώσεις και τα σχήματα των νεφών στην παραλία της Τρουβίλ, που μετατρέπουν όπως είχα γράψει τις σελίδες του βιβλίου σε θανατερό τοπίο της ανάγνωσης. 



Αναφέρομαι σε ένα κείμενο φέτος το καλοκαίρι στη Σκιάθο με αφορμή την ανάγνωση του Α’ τόμου – από τη μεριά του Σουάν, που παραθέτω εδώ:



«Έχω φέρει μαζί μου εδώ στη Σκιάθο, στη μικρή φορητή βιβλιοθήκη των διακοπών, και τον Προυστ. "Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο" στη γνωστή μετάφραση του Παύλου Ζάννα. Από τα βιβλία που δεν θέλεις ποτέ να παραδεχτείς ότι δεν θα διαβάσεις στον προσωπικό σου κύκλο της (μιας) ζωής. Η παραδοχή αυτή - ότι δηλαδή δεν θα το διαβάσεις ποτέ - σε φέρνει τόσο κοντά – αμετάκλητα - στην παραδοχή της θνητότητας – που επίμονα αρνείσαι να διανοηθείς ως τη σύνταξη ενός καταλόγου βιβλίων που δεν θα διαβάσεις. Έτσι λοιπόν επιμένεις σε μέρες και νύχτες ανάγνωσης - από τη μεριά του Σουάν για αρχή - και ξαναδιαβάζω από παλιά υπογραμμισμένες παραγράφους – που ολοσχερώς δεν θυμάμαι από τότε που είχα εγκαταλείψει την ανάγνωση ( ποιος να ξέρει γιατί;) στις εκατόν πενήντα πρώτες σελίδες. Διαβάζω τώρα λοιπόν, στην ησυχία και στη δροσιά της Σκιάθου, και πάλι από την αρχή οι αναμνήσεις μεταξύ ύπνου και ξύπνιου του αφηγητή, οι επισκέψεις στις θείες του, η λαχτάρα για το φιλί της μητέρας του ώσπου φτάνω σε μια παράξενη αναφορά που είναι και η αιτία για αυτό το μικρό σημείωμα. Ο λόγος λοιπόν για ένα μυθικό τόπο διακοπών, το Μπαλμπέκ, τόσο μυθικό όσο και το Κομπραί της παιδικής ηλικίας. Υπάρχει δηλαδή μια και ο συγγραφέας το έχει πλάσει από υπαρκτά μέρη όπου έχει ζήσει ή τα έχει επισκεφτεί. Έτσι διαβάζει κανείς εκπληκτικές λογοτεχνικές περιγραφές του Μπαλμπέκ, μιας ομιχλώδους περιοχής μεταξύ Βρετάνης και Νορμανδίας όπου επρόκειτο να κάνει διακοπές με τη γιαγιά του ο αφηγητής και εσύ μαθαίνεις εκ των υστέρων, μια και δεν μπορεί να βρεις το Μπαλμπέκ σε κανένα χάρτη της γεωγραφίας πως πρόκειται για το Cabourg στην περιοχή της Μάγχης, κοντά στις Τρουβίλ και Ντωβίλ και τα ξενοδοχεία τους και για τις διαμονές των επωνύμων είχε γράψει ο Sebald… Έτσι και εδώ υπάρχει το Grand Hotel de Cabourg που στο δωμάτιο 414 συνήθιζε να μένει ο Προυστ και που οι ξενοδόχοι ισχυρίζονται ότι φιλοξένησε τη συγγραφή κάποιων σελίδων από το Αναζητώντας το χαμένο χρόνο. Από το Grand Hotel του φανταστικού Μπαλμπέκ ο αφηγητής έβλεπε την ακτή, την τεράστια αμμώδη παραλία και έγραψε με τον απαράμιλλο τρόπο που τα κείμενα που διαβάζω τώρα μετατρέπουν σε λεπταίσθητο στοχασμό την εμπειρία των αισθήσεων που είχα ή που θα μπορούσα ποτέ να έχω. Τις επιστρέφουν στον αναγνώστη σαν το πιο πολύτιμο λυρικό κείμενο που θα μπορούσε να διαβάσει ποτέ.
Έγραψε εκεί (λένε οι ξενοδόχοι) και για τα σύννεφα, τα πολύχρωμα σύννεφα, το διαρκώς μεταβαλλόμενο ομιχλώδες τοπίο της περιοχής – μια σπουδή στα σύννεφα – που δεν έχω προλάβει να διαβάσω ακόμα, δεν το έχω εντοπίσει στο πεντάτομο έργο, ούτως ή άλλως έχω μαζί μου μόνο τον πρώτο τόμο και δεν βιάζομαι να τον τελειώσω. Διαβάζω αργά. 



Να όμως και που εδώ, πριν ακόμα επισκεφτεί ο νεαρός αφηγητής το Μπαλμπέκ ακούει τον λογοτεχνίζοντα μηχανικό και οικογενειακό φίλο Λαγκραντέν να περιγράφει το περίεργο ρόδινο του ουρανού και την φρίκη ενός θανατερού τοπίου, αποτρέποντάς τον να το επισκεφτεί νέος. Ο συνομιλητής αναφέρεται στις περιγραφές του τοπίου που έκανε ο Ανατόλ Φρανς (πρόκειται για βιβλίο Pierre Nozieres του Ανατόλ Φρανς, διαβάζουμε στις σημειώσεις της Ελληνικής έκδοσης). Στις σελίδες του Ανατολ Φρανς ο αναγνώστης της εποχής ίσως έχει ήδη βρει τις φρικιαστικές περιγραφές του αρχαϊκού αυτού τοπίου που αποπνέει το θάνατο – από τα πολλά ναυάγια που συνέβησαν στην περιοχή. Ο Λαγκραντέν υπενθυμίζει στον συνομιλητή του, πως ο Ανατόλ Φρανς αντιστοιχίζει την περιοχή αυτή με την χώρα των Κιμμερίων στην Οδύσσεια. Την περιοχή δηλαδή στην άκρη του Ωκεανού που γινόταν το πέρασμα στον Κάτω Κόσμο, στον Άδη. 



Ομολογώ πως το μικρό αυτό απόσπασμα με έκανε να νιώσω μιαν ασυνήθιστη ταραχή. Δεν γνώριζα κανέναν μέχρι τώρα να αντιστοιχίζει περιοχή με την Χώρα των Κιμμερίων εκτός από … την αφεντιά μου, όταν είχα διαβάσει έτσι τα σημάδια, την ομίχλη κυρίως και το περίεργο φως το ήλιου που θάμβωνε την γρια Λούκαινα στο μυρολόγι της φώκιας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, εκεί που κατηφόριζε από το λόφο του Κοιμητηρίου με την αβασταγή με τα ρούχα, μοιρολογώντας. Είχα γράψει ένα κείμενο πριν μερικά χρόνια στις Πινακίδες από κερί, θεωρώντας ότι εκείνη η περιοχή είναι σημαδιακή. Εκεί γίνονται περίεργες ανταλλαγές ανάμεσα στους δύο κόσμους. (Το βάραθρο του θανάτου και αντηχείο του Κοχυλιού στο "Μυρολόγι της φώκιας" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, εδώ: http://waxtablets.blogspot.gr/2011/02/blog-post_08.html) Και να που οι μεταφορές και οι χάρτες της Οδύσσειας, άλλη μια φορά στοιχειώνουν τη λογοτεχνία και δημιουργούν περίεργα περάσματα και συνδέσεις ανάμεσα στους κόσμους και τα τοπία. Είχα πει λοιπόν ότι ο Παπαδιαμάντης μας δείχνει την Χώρα των Κιμμερίων και επιμένω ακόμα. Το κάνει βέβαια με όλα τα σημάδια και τις αντιστοιχίσεις. Όχι ευθέως. Με τη διαμεσολάβηση του αναγνώστη του που θα τα αναγνωρίσει κάτι που είχε επιχειρήσει να κάνει εκείνο το παλιό (μου) κείμενο.
Εν Σκιάθω λοιπόν, - τι όμορφο σημάδι - η ανάγνωση του Προυστ να υπενθυμίζει παλιές αναγνώσεις του εδώ, να αποκαλύπτει πάλι τις ιδιότητες των τόπων που αντιστοιχίζονται, αναδιπλώνονται, και νοηματοδοτούνται από τις ίδιες ή παρόμοιες ιδιότητες. Τα θανατερά τοπία. Ο Όμηρος. Ο θάνατος η θνητότητα, η εμμονή με τον Παπαδιαμάντη μια επιστροφή στο τοπίο της ανάγνωσης, ένας κύκλος που κλείνει.

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Σκιάθος 11 Αυγούστου 2016»

______________________________________________________

Οι φωτογραφίες (μου)  του πίνακα του Boudin (παραλία της Τρουβίλ 1893) εδώ: 










Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Για τον πρόεδρο Ομπάμα, κάνω κι εγώ τον απολογισμό μου


Ανέσυρα από τις πίσω σελίδες των Πινακίδων από κερί, τέσσερα κείμενα αφιερωμένα στον Πρόεδρο Ομπάμα. Πριν εκλεγεί, τότε που οι υποστηρικτές του Ρεπουμπλικανικού κόμματος είχαν ξεπεράσει τον εαυτό τους στη διασπορά ψευδών ειδήσεων εναντίον του υποψήφιου προέδρου και του πατέρα του αλλά και αργότερα, που εξελέγη όταν διεδίδοντο περίεργα σχόλια για το αν πατέρας του, ο Κενυάτης Βαράκ Ομπάμα Σήνιορ ήταν μέθυσος…
Τα κείμενα αρχίζουν από την εποχή της προεκλογικής εκστρατείας, τον Σεπτέμβριο του 2008 και διατρέχουν την περίοδο της εκλογής, της νίκης με ένα κρεσέντο ενθουσιασμού, όπου επιστρατεύεται το σημάδι της ιστορίας του Ζίζεκ, ο ημίαιμος σκύλος που έμπασε ο πρόεδρος στον Λευκό Οίκο, η αναφορά στον Βρετανό Κυβερνήτη των Ιονίων νήσων Μαίτλαντ – αυτόν που είχε πουλήσει την Πάργα στους Τούρκους (θυμηθείτε το «εις Πάργαν του Ανδρέα Κάλβου») ο οποίος μετέπειτα ήταν κυβερνήτης της Αϊτής και όπου αναφέρεται στο κείμενό μου η περίφημη συνομιλία του με τον ηγέτη των σκλάβων της Τουσαίντ Λ΄Ουβερτύρ που εμφανίστηκε μάλιστα στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση. Μόλις είχε εκλεγεί ο πρόεδρος και έψαχνα για αναφορές και σε άλλους μαύρους επαναστάτες, αλλά και στην παρόμοια - μαύρη - καταγωγή του Αλεξάνδρου Δουμά πατρός που είχε κάνει κι εκείνος καθυστερημένα την είσοδό του στο Πάνθεον.


Τελευταία – μετά σταμάτησα να γράφω για τον πρόεδρο, έχασα το ενδιαφέρον μου – είναι μια ιστορία όταν ήταν πλέον president – elect των Ηνωμένων Πολιτειών. Μια ιστορία λατρείας που θυμίζει λίγο τον Μοσκώβ Σελήμ του Γεωργίου Βυζυηνού, όπου δύο αδέλφια από τη Ραφά της Γάζας είχαν στηρίξει τις ελπίδες τους σε αυτόν τον πρόεδρο και όπου εκείνος, στο μεταίχμιο της εκλογής του και της ανάληψης των καθηκόντων του, δεν παίρνει θέση στο θέμα του βομβαρδισμού της Γάζας –«η Αμερική έχει πρόεδρο» δηλώνει και κατάλαβα από τότε η ελπίδα – η λέξη που κ΄εξοχήν συνδέθηκε με το πρόσωπό του, τι σημαίνει.



Η Αμερική έχει ακόμα πρόεδρο, στο μεταίχμιο και η επίσκεψή του στη χώρα μας – ένας λόγος για τη δημοκρατία θαυμασμός και μια προσωπικότητα με χάρη και γοητεία, ευφράδεια και μόρφωση που κλείνει συμβολικά τη θητεία του σε μια χώρα που γέννησε τη δημοκρατία και τις αρχές του δυτικού πολιτισμού. Εξαιρετικός ρήτορας, κάνει τις καρδιές να ελαφραίνουν, γοητεύει όπως προσδιορίζει την πολιτική συμμετοχή, αγαπητός – μπορούμε να ελπίζουμε άραγε;



“We came, we saw, he died” αυτό ήταν το μότο της κυβέρνησής του, δια στόματος της τότε υπουργού εξωτερικών και νυν υποψήφιας του κόμματός του μετά την επέμβαση στη Λιβύη και την εκκαθάριση του προέδρου της, του Καντάφι. Ο πρόεδρος Ομπάμα ήταν αμέτοχος σε αυτό; Το μότο της παντοδύναμης χώρας από τη μια και οι αρχές της Δημοκρατίας από την άλλη.
Μήπως πρέπει να τα σκεφτούμε λίγο και αυτά, τη διάσταση λόγων και έργων ενός τόσο συμπαθούς προέδρου που κάνει τώρα τον απολογισμό του υποτίθεται;


Εδώ ο σύνδεσμος με όλα τα κείμενα με την ετικέτα Μπαράκ Ομπάμα, στις Πινακίδες από κερί: http://waxtablets.blogspot.gr/search/label/Barak%20Obama



Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Στο Παβλόβσκ και στη βιβλιοθήκη του Μάντελσταμ, συναντώ ξανά τον Rimbaud





Αποφάσισα να μεταφράσω τα Φωνήεντα του Αρθούρου Ρεμπώ.  Μια όψιμη γνωριμία με τον ποιητή μέσα από ιδιότροπα λογοτεχνικά ταξίδια. Το «Ακρωτήρι» το συνάντησα βλέποντας τις Ακτές του Flamborough κατά την ανάγνωση της  βιογραφίας του Μπρους Τσάτγουιν.
[το ακρωτήρι του Flamborough Head ο Rimbaud και μια μετάφραση] Ο βιογράφος γράφει
 πως αυτές τις ακτές θα είχε αντικρύσει ο Rimbaud παραπλέοντας με το πλοίο του στα ανοιχτά. Και βρέθηκα σε μια φαντασμαγορία γιαπωνέζικων κήπων, επαύλεων, παλιών ξενοδοχείων στις Ανατολικές ακτές της Μεγ.  Βρετανίας, που τώρα δεν υπάρχουν πια – και γι΄ αυτές βλέπουμε μόνο ασπρόμαυρες καρτ ποστάλ του περασμένου αιώνα.


 Με έκπληξη διάβασα πως το περίφημο «Στην Παταγωνία» του Τσάτγουιν είναι μια πνευματική οφειλή στο «Ταξίδι στην Αρμενία» του Μάντελσταμ. Ο Τσάτγουιν είχε ενθουσιαστεί – όπως όλοι όσοι το έχουν πιάσει στα χέρια τους – με το βιβλίο του Μάντελσταμ και προσπάθησε να τον μιμηθεί. Δεν ξέρω αν το πέτυχε. Αλλά με συγκινεί μέχρι δακρύων το ότι το δοκίμασε και το ομολογεί

      Τώρα, βρέθηκα με μια διαδικτυακή έκδοση της «Σκόνης του χρόνου» - σε Αγγλική μετάφραση -  του Όσιπ Μάντελσταμ. Πεζά και δοκίμια του ποιητή, μεταξύ των οποίων το γνωστό μας ταξίδι στην Αρμενία που είναι ευτυχώς μεταφρασμένο στα Ελληνικά και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίνδικτος.
    To πρώτο μέρος όμως, η κατ ΄εξοχήν σκόνη του χρόνου,       αναφέρεται στην παιδική ηλικία του συγγραφέως, τέλη του 19ου αιώνα στο Παβλόφσκ – Θυμίζει αρκετά τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο του Walter Benjamin και θα ευχόμουν κάποιος καλός εκδοτικός οίκος να αναλάμβανε να το εκδώσει στη γλώσσα μας. 
    
 Εκεί λοιπόν, σε ένα κεφάλαιο για την παιδική βιβλιοθήκη, όπου ξεχωρίζει τα βιβλία επιρροές του   πατέρα, τα βιβλία επιρροές της μητέρας – Ρωσική ποίηση – τα Εβραϊκά βεβαίως, τα παιδικά και τα αλφαβητάρια , κάπου αναφέρεται στο αλφαβητάρι των χρωμάτων του Ρεμπώ εννοώντας τα φωνήεντα, ένα ποίημα που είχε στην παιδική του βιβλιοθήκη, Θεέ μου τι διάβαζε ο άνθρωπος…

·   Έτσι λοιπόν πάλι ένα μικρό κουρελάκι μεταφραστικού μόχθου – ένα ποίημα μυστήριο, που η Εβραϊκή ταυτότητα του νεαρού αναγνώστη  που το είχε στη βιβλιοθήκη του- κάνει να υποψιάζεσαι άλλου είδους δημιουργίες του Κόσμου, κάπου που τα φωνήεντα δεν προφέρονται  και όπου ο κόσμος και το αλφάβητο είναι συνδεδεμένα.





Φωνήεντα

Α μαύρο, Ε λευκό, Ι κόκκινο, U πράσινο, Ο κυανό: φωνήντα
Θα μιλήσω μια μέρα για την μυστική σας προέλευση
Α, μαύρος βελουδένιος κορσές μυγών που  απαστράπτουσες
βομβίζουν γύρω από σκληρές  οσμές

Κόλποι σκιάς·  Ε, λευκότητα ατμών  και των σκηνών
Λόγχες  περήφανων παγόβουνων, λευκοί βασιλείς, ανατριχίλα από μυρώνια
Ι, πορφυρό , φτυσμένο αίμα, χαμόγελο όμορφων χειλιών
Σε θυμό ή στη μετανιωμένη μέθη
U, κύκλοι, θεϊκές δονήσεις γαλαζοπράσινων θαλασσών
Γαλήνη του βοσκότοπου με ζώα  σπαρμένου, ειρηνικές ρυτίδες
Που η αλχημεία σφραγίζει σε μελετηρά μέτωπα
Ο, υπέρτατη σάλπιγγα, γεμάτη με παράξενες στριγκλιές
Σιωπές που διασχίστηκαν από  Κόσμους και Αγγέλους
Ο, Ωμέγα, βιολετιά ακτίνα των ματιών Του.


Φωτό: το τραγούδι των φωνηέντων, γλυπτό  του Jacques Lipchitz, μπρούντζος 1931 – 1949


Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Η Σύλβια Πλαθ σε μια φωτογραφία του 1957



Είδα σήμερα μια φωτογραφία της Σύλβιας Πλαθ, το 1957, τρία χρόνια πριν το θάνατό της. Τότε δεν είχα ακόμα γεννηθεί. Ένα γλυκό – φιλάρεσκο βλέμμα της ποιήτριας που εκείνη τη στιγμή δεν είναι νεκρή. Εγώ όμως, στην άλλη μεριά της φωτογραφίας ίσως ήμουν, αφού βρισκόμουν τότε σε έναν ωκεανό ανυπαρξίας. 
Δεν είστε ακόμα τριάντα χρονών της λέω, πατώντας σε μια τ
ρύπα του χρόνου που με πηγαίνει από το παρόν, στο τότε της φωτογραφίας. Ένας χρόνος δίκοπος.
Μια ασάφεια που δεν την αφορά ωστόσο. Μόνο εμένα και τα τεχνάσματά μου για να την πλησιάσω. Το δέρμα μου φωτεινό σαν αμπαζούρ μου λέει.
Των Ναζί, συμπληρώνω.
Δεν με ακούει.
Κοιτάξτε, μου λέει εξομολογητικά.
Κάποιος με ανάβει τα βράδια. Ακόμα και τώρα μπορεί. 


Πόλυ Χατζημανωλάκη


Αναρτήθηκε στο facebook, το Φεβρουάριο του 2015

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Το ακρωτήρι του Flamborough Head, o Rimbaud και μια μετάφραση



Ο δρόμος μου με έφερε αυτές τις μέρες στο ακρωτήρι του Φλάμπορω (Flamborough Head)  στις ακτές του Γιόρκσερ στη Βόρεια Θάλασσα. Δεν έχω πάει δηλαδή, έτυχε να διαβάζω τη  βιογραφία του Μπρους Τσάτουιν οποίος πέρασε από εκεί τα παιδικά του χρόνια και βάλθηκα να ψάχνω στο διαδίκτυο.
Mε γοητεύουν οι απότομοι βράχοι της Αγγλίας – ασβεστολιθικά πετρώματα  - σπάνια θαλασσοπούλια που φωλιάζουν εκεί, αλλά κυρίως το σχήμα – επιβλητικό σαν οχυρώσεις αρχαίου Κάστρου… 

Εκεί λέει ο βιογράφος (Ο Νίκολας Σαίξπηρ)  ο Τσάτγουιν απέκτησε την πρώτη του σαφή εικόνα για τον πατέρα και για αυτήν την ακτή γράφει μάλλον ο Ρεμπώ στο ποίημα του το Ακρωτήρι, όταν την έβλεπε από μακριά μέσα από το καράβι του, ταξιδεύοντας.



Αχ αυτές οι ακτές της Βρετανίας και πώς να μιλήσεις για αυτές παρά με ποιήματα. (Θυμήθηκα το εμβληματικό ποίημα του Άρνολντ για την ακτή του Ντόβερ)
.  
Το ποίημα του Ρεμπώ όμως δεν είχα την ευκαιρία να το βρω στο Σαββατοκύριακο. Υπάρχουν μεταφράσεις στο διαδίκτυο άλλων ποιημάτων από τη συλλογή Εκλάμψεις (Illuminations) που έχουν κάνει ο Στρατής Πασχάλης και  ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου. Το lluminations και οι δύο το μετάφρασαν  Εκλάμψεις (Φωτοχυσίες είδα να το λέει ο Κώστας Ριτσώνης που είναι όμως όρος  πιο φυσικός -  λιγότερο πνευματικός αλλά δεν έχω γνώμη γιατί δεν έχω διαβάσει όλα τα ποιήματα της συλλογής)

Έτσι λοιπόν με έπιασε μια λαχτάρα – αυτό συμβαίνει σπανίως αλλά συμβαίνει – να σπρώξω σε ένα άλλο κανάλι αυτό το αίσθημα δέους που ένιωσα  – βλέποντας τις φωτογραφίες του Φλάμπορω Χεντ...  Τα άγρια όρια θαλάσσης και στεριάς, μια απεραντοσύνη κάτι που αποδίδει γεωγραφικά και έναν άλλο ψυχισμό, μια ξενότητα, ας τολμήσω να το πω. Το κανάλι της μετάφρασης λοιπόν, τα λόγια ενός ξένου που βλέπει τις παραλίες που περπάτησε ο Sebald στους δακτυλίους του Κρόνου – ξένος και αυτός και με το Ολοκαύτωμα στο νου του.

«Ουδέν καινόν υπό τον ήλιον» ας πω παραφράζοντας τον Εκκλησιαστή, η μετάφραση ίσως να μην είναι καλή και δεν μου την παρήγγειλε κανείς. Δεν μου αρκούσε όμως η ανάγνωση του πρωτοτύπου, ήθελα να κάπως να το οικειωθώ αυτό το ποίημα. Ας συγχωρεθώ.




Ακρωτήρι (του Arthur Rimbaud) 

H χρυσαφένια αυγή και η νύχτα  που ανατριχιάζει  βρίσκουν το πλοίο μας στ’  ανοιχτά απέναντι από αυτή την Έπαυλη και τα εδάφη της που σχηματίζουν ένα ακρωτήριο που εκτείνεται  όπως η Ήπειρος και η Πελοπόννησος, ή η  μεγάλη νήσος της Ιαπωνίας, ή η Αραβία! Ιερά φωτισμένα  από την επάνοδο  των θεωριών, η αχανής θέα της υπεράσπισης των σύγχρονων ακτών.  Αμμόλοφοι πεποικιλμένοι από φλογερά άνθη και οργιαστικές μουσικές. Τα μεγάλα κανάλια της Καρχηδόνας και οι αποβάθρες μιας διεφθαρμένης Βενετίας,  ασθενικές εκρήξεις της Αίτνας και χάσματα από άνθη και νερά των παγετώνων, πλυσταριά περιστοιχισμένα από Γερμανικές λεύκες· Οι πλαγιές από τους θαυμαστούς  κήπους όπου γέρνουν τα κεφάλια τα γιαπωνέζικα δέντρα· οι κυκλικές προσόψεις των «Royal» ή των «Grand» του Σκάρμπρο ή του Μπρούκλιν ·και οι σιδηροδρομικές τους  γραμμές πλαισιώνουν, χαράζουν, δεσπόζουν στις υπερυψωμένες πλευρές αυτού του Ξενοδοχείου, που είναι διαλεγμένες από την παράδοση των πιο κομψών, των πιο κολοσσιαίων κατασκευών της Ιταλίας, της Αμερικής και της Ασίας, που τα παράθυρά τους και οι εξώστες τους προς το παρόν πλήρεις φωταψίας, ποτών και (μιας γεμάτης)  αύρας ακριβής, είναι ανοιχτά στο πνεύμα του ταξιδιώτη και του ευγενούς – που επιτρέπουν μες τη μέρα, σε όλες τις ταραντέλλες των  ακτών – και ακόμα και στις επωδούς των  επιφανών κοιλάδων της τέχνης να διακοσμούν θαυμαστά την πρόσοψη του Ξενοδοχείου. Ακρωτήρι.



Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

Χωρίς τη φωτογραφική μηχανή




Στο παράθυρο μιας πολυκατοικίας στην Κηφισίας έχουν απλώσει τα σεντόνια τους το πρωί να τα δει ο ήλιος – μια συνήθεια που παραξενεύει όταν το διαμέρισμα βλέπει στη λεωφόρο αλλά ακόμα περισσότερο γιατί τα μαξιλάρια όρθια στο πλάι δίνουν στο σωρό τη μορφή ενός κρεβατιού έτσι που το μέσα του σπιτιού είναι σχεδόν έξω, κάτι παραπάνω από ένα ανοιχτό παράθυρο, μια προσομοίωση κρεβατιού εκτεθειμένου στο δρόμο. 
Αναγνωρίζω τη μυρωδιά του «στιγμιότυπου», επιστρατεύονται όλες οι  κυνηγητικές μεταφορές – «σκοπεύω» κλπ του φωτογράφου, είμαι σε αυτήν την κατάσταση του «θέλω τρελά» να το φωτογραφήσω.  Δυστυχώς εκείνη την ώρα οδηγώ – πώς αλλιώς να το έβλεπα από εκείνη την μεριά του δρόμου; -  και ο ρυθμός της κυκλοφορίας με μετακινεί μισό μέτρο μπροστά ώστε να μου το κρύβει η κίνηση. Την υπόλοιπη μέρα πενθώ τη χαμένη φωτογραφία, πάθος και εθισμός αυτό το κυνήγι. Για αυτό το λόγο ο Sebald έλεγε ότι δεν ήθελε να έχει μαζί του στις περιηγήσεις του φωτογραφική μηχανή. Για να παραμυθιάζει δηλαδή εκ των υστέρων  τον αναγνώστη με τις απίθανες φωτογραφικές συνθέσεις που φρόντιζε να συνοδεύουν τα κείμενά του. Δυο φορές όμως, από όσο γνωρίζω, βρέθηκε δέσμιος αυτό του πάθους και στις δυο περιπτώσεις σε ένα ταξίδι στην Ιταλία για το οποίο γράφει στο «Αίσθημα ιλίγγου». Όταν συνάντησε δυο δίδυμους σε μια διαδρομή με πούλμαν, με τους γονείς τους, και διαπίστωσε την τρομερή ομοιότητα που είχαν με τον Κάφκα σε νεαρή ηλικία. Αφιερώνει αρκετές αράδες στην προσπάθεια να πείσει τους γονείς τους να του στείλουν μια φωτογραφία και με πόση δυσπιστία τον αντιμετώπισαν – σχεδόν ως παιδόφιλο.
Σε μια Ιταλική πόλη επίσης ήταν που χιλιοπαρακάλεσε έναν περαστικό να φωτογραφήσει για λογαριασμό του την είσοδο με την επιγραφή μιας τρατορίας όπου είχε φάει παλιότερα και για την οποία θυμόταν να έχει παρακολουθήσει ένα επεισόδιο από την ατέλειωτη  ιστορία φιλονικίας ανάμεσα στους ιδιοκτήτες της. 
Υπάρχει μια φωτογραφία στο βιβλίο και θέλουμε να πιστεύουμε ότι πρόκειται για αυτήν την φωτογραφία που του ταχυδρόμησε αργότερα ο άγνωστος περαστικός.